Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

20 χρόνια «εξώστης»


Ήταν 13 Νοεμβρίου του 1987, όταν άρχισε η ιστορία μας. Τότε κυκλοφόρησε για πρώτη φορά -όντας ένα μεγάλο τόλμημα που προηγούμενό του δεν είχε δει ούτε η πόλη, αλλά ούτε και ολόκληρη η χώρα- ο εξώστης. Ποιοι ήταν οι εμπνευστές του εγχειρήματος; Ο Τάσος Μιχαηλίδης (ο εγκέφαλος του εγχειρήματος), ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, ο Άγγελος Βεζυρόπουλος και λιγοστοί ακόμα είχαν την πρωτοβουλία να εκδώσουν ένα έντυπο δωρεάν διανεμόμενο, που να ασχολείται με την πολιτιστική κίνηση στη Θεσσαλονίκη. Το τι σήμαινε αυτή τους η ενέργεια μπορεί να απαντηθεί πολύ απλά από το γεγονός ότι η εβδομαδιαία αυτή εφημερίδα κλείνει τον φετινό Νοέμβριο μια εικοσαετία ζωής. Δεν μοιάζει με παραμύθι;

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

«Αντίσταση φτιαγμένη από βατίστα...»



Η συγκλονιστική και βαθιά πολιτική ομιλία της Χέρτα Μίλερ, φετινής αποδέκτριας του Νόμπελ Λογοτεχνίας, χθες στη Σουηδική Ακαδημία των Νόμπελ στη Στοκχόλμη

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ενας βαθύτατα σπαρακτικός, ξεκάθαρα πολιτικός, απέραντα ανθρωπιστικός λόγος, ενάντιος σε κάθε φασισμό, κεντημένος από αυτοβιογραφικές αναμνήσεις κι από ποιητικά υλικά, ήταν η χθεσινή ομιλία της φετινής αποδέκτριας του Νόμπελ Λογοτεχνίας, Χέρτα Μίλερ, στη Σουηδική Ακαδημία.
Η ρουμανικής καταγωγής ποιήτρια, πεζογράφος και δοκιμιογράφος Χέρτα Μίλερ αυτοπροσδιορίζεται -όχι τυχαία- ως Γερμανίδα πολίτης. Χθες, κατά την ομιλία τηςΕξ ου και η αναφορά της στο ρητό του παππού της: «Οταν οι σημαίες ανεμίζουν, η κοινή λογική γλιστράει μέσα στις τρομπέτες».
Η 56χρονη, ρουμανικής καταγωγής, Γερμανίδα ποιήτρια, πεζογράφος και δοκιμιογράφος Μίλερ χρειάστηκε μόνον το εύρημα ενός «βατιστένιου μαντιλιού» για να ανατρέξει στα δεινά του καθεστώτος Τσαουσέσκου και τις ημέρες τρόμου που έζησε η ίδια υπό την ασφυκτική πίεση της Σεκουριτάτε, να αντιπαραθέσει τη σωματική ταπείνωση που επιβάλλουν τέτοια καθεστώτα με την ανθρώπινη τρυφερότητα και να ανακηρύξει εσαεί νικητές ενάντια σε κάθε απολυταρχία όσους αναπτύσσουν προσωπικούς τρόπους αντίστασης, βρίσκοντας παρηγοριά είτε στα βατιστένια μαντίλια κάποιας μάνας είτε στις λέξεις.
Τα μαντιλάκια, το κόκκινο ακορντεόν ενός θείου της που κατέληξε ναζί, οι σκάλες στο ρουμανικό εργοστάσιο ρούχων όπου εργαζόταν όταν άρχισε να την καταδιώκει η Σεκουριτάτε, ήταν όλα αντικείμενα που χρησίμευσαν στη Μίλερ για να αναπτύξει την ομιλία της. Και αντιπαραβάλλοντας τον αρθρωμένο λόγο με τις νοερές λέξεις, να εξηγήσει πώς έγινε λογοτέχνις: «Αντέδρασα στον θανάσιμο φόβο με δίψα για ζωή. Με πείνα για λέξεις...».
Η ομιλία της ξεκίνησε με μια μνήμη. Κάθε φορά που έφευγε για το σχολείο, η μάνα της εξέφραζε εμμέσως την τρυφερότητά της ρωτώντας «έχεις πάρει μαζί σου μαντίλι;». Στον αντίποδα του άρρητου κώδικα που επιβεβαίωνε την αγάπη και την οικογενειακή ασφάλεια, η Μίλερ αντέταξε τον τρόμο της απόλυτης ανασφάλειας όταν, αργότερα, πήγαινε στο εργοστάσιο «προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω καθημερινά οτιδήποτε -και τον θάνατο».
Και μόνον η περιγραφή των τριών επισκέψεων που είχε δεχτεί από αξιωματούχο της Σεκουριτάτε αποδεικνύουν τη λογοτεχνική της δεινότητα: ο τρόμος αναδύεται, σαν σε φιλμ νουάρ, σταδιακά, καθώς ο «γιγαντιαίος, χοντροκόκαλος άνδρας με τα αστραφτερά μπλε μάτια» καταλήγει να εκβιάσει ανοιχτά τη νεαρή εργαζόμενη «να συνεργαστεί». Η άρνησή της σήμανε έναν ακήρυχτο αδυσώπητο πόλεμο: μέχρι να απολυθεί οριστικά πέρασε τότε μερικές βδομάδες υπό τρομακτική ψυχολογική βία: έχασε το γραφείο της, μετά την εμπιστοσύνη των φίλων της στους οποίους «κάποιοι» είχαν διαρρεύσει τη φήμη ότι είναι «προδότρια» («στα μάτια τους ήμουν ό,τι ακριβώς είχα αρνηθεί να γίνω»). Αστεγη, εγκαταστάθηκε πεισματικά σ' ένα αυτοσχέδιο γραφείο στο κλιμακοστάσιο. Και τότε βρήκε την απόλυτη ελευθερία στις λέξεις που δεν άρθρωνε, αλλά σκεφτόταν. Εγένετο λογοτεχνία...
Πιο πριν, στην ομιλία της, η Χέρτα Μίλερ ανέτρεξε και σε άλλες απολυταρχίες, αποδεικνύοντας την ανθρώπινη ικανότητα να αντέχει στα δεινά, ακόμα και με μια «παρηγοριά φτιαγμένη από βατίστα». Ενα μαντιλάκι που πρόσφερε μια Ρωσίδα μάνα στον εξόριστο σε σοβιετικό στρατόπεδο, Ρουμάνο αντικαθεστωτικό, μετέπειτα ποιητή Οσκαρ Παστιόρ, είχε κάνει κι εκείνον να ξαναποκτήσει εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο είδος. Ετσι έσωσε και τη γιαγιά της Μίλερ, η ικανότητά της να ξεχνάει πως ο γιος της, σκληροπυρηνικός του ναζισμού, είχε καταταγεί εθελοντής στα SS: από τον «θείο Μετζ» της Χέρτα Μίλερ δεν έμεινε άλλη ανάμνηση παρά δύο φωτογραφίες (μία του γάμου του και μία της ακρωτηριασμένης σορού του σε μια κουβέρτα) κι ένα ακορντεόν. Από τον παππού της η νομπελίστα κράτησε παρακαταθήκη το ρητό του...
«Καθημερινά βλέπει κανείς πως η κοινή λογική των "προφητών" γλιστράει μέσα στην τρομπέτα, αυτή που εγώ αποφάσισα να μη φυσήξω ποτέ», είπε. Και περιέγραψε πώς ανακάλυψε την ελευθερία στις λέξεις: «Ο ήχος των λέξεων γνωρίζει πως δεν έχει άλλη επιλογή από το να σαγηνεύσει (..) Η συγγραφή δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, αλλά εντιμότητας της απάτης».
Οι νοερές λέξεις και οι κρυφές χειρονομίες είναι «καταφύγιο» για τη Μίλερ, που περιέγραψε μια συγκλονιστική σκηνή, όταν η Σεκουριτάτε ανέκρινε τη μάνα της. Οσο περίμενε έγκλειστη στο γραφείο ενός αξιωματούχου η μάνα της «αντικαθεστωτικής», σφουγγάρισε το πάτωμα με το βατιστένιο της μαντίλι. «Επρεπε να περάσω την ώρα μου», εξήγησε αργότερα στην κόρη της. Κι εκείνη τώρα, λίγο προτού παραλάβει το Νόμπελ, ευχήθηκε: «Να μπορούσα σε όσους στερούνται την αξιοπρέπειά τους από δικτατορίες να χαρίζω την ερώτηση: "Εχεις πάρει το μαντίλι σου;"» *

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Η Χρύστα πάει Κάιρο


http://ttallou.wordpress.com/2009/09/17/cairocks/

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

ΟΣΟ ΨΗΛΑ ΚΙ ΑΝ ΑΝΕΒΟΥΝ, ΘΑ ΤΡΩΝΕ... ΠΑΣΑΤΕΜΠΟ!


ΠΑΣΑΤΕΜΠΟ by ΕΛΙΑ ΛΕΜΟΝΙ / ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ / ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

52 χρόνια μετά: Η συγκλονιστική μαρτυρία του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα της μάχης του Μαχαιρά

Η συνέντευξη δόθηκε στον Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο τον Μάρτιο του 2007 για μεγάλη εφημερίδα της Αθήνας αλλά δεν δημοσιεύθηκε ποτέ...

«Νοιώθω ικανοποιημένος που ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο και έπραξα το καθήκον μου έναντι στη μάμα πατρίδα, έδωσα το είναι μου. Χτυπήσαμε την πόρτα της αθανασίας μαζί με τον Αυξεντίου. Άνοιξε μόνο γι’ αυτόν. Ίσως να μην ήμουνα έτοιμος να μπω στην αθανασία». Αυτός είναι ο από καρδιάς επίλογος μιας κουβέντας με έναν από τους ελάχιστους ζωντανούς ήρωες του Ελληνισμού, τον αγωνιστή της ΕΟΚΑ Αυγουστή Ευσταθίου. Τον συναντήσαμε στη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Θεσσαλονίκη.
Μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της θυσίας του Αυξεντίου, στις 3 Μαρτίου 1957 στην περίφημη μάχη του Μαχαιρά κόντρα στους Άγγλους, μεταφέρει στις νέες γενιές με κάθε λεπτομέρεια την συγκλονιστική εμπειρία που έζησε. Πριν από τρεις ημέρες, φεύγοντας από ένα σχολείο, «δύο μικρά κοριτσάκια με ακολουθούσαν συνεχώς. Κόντευα να βγω από το προαύλιο του σχολείου και γύρισα και τα κοίταξα περίεργα. «Τι θέλετε;» ρωτάω. Μου λένε ντροπαλά «Κύριε Αυγουστή, θέλουμε να σας φιλήσουμε»! Με φίλησαν και έφυγαν χορεύοντας!» λέει συγκινημένος για τις αντιδράσεις των μαθητών. «Έχω μαθητές που είναι 40 χρονών σήμερα και μου λένε ‘‘όταν ήρθατε εις το σχολείον μου ήμουνα 4η τάξη δημοτικού και όσα είπατε ακόμη τα θυμάμαι’’. Δεν βρήκα κάποια αλλαγή στη στάση των παιδιών. Σε ορισμένους δασκάλους διακρίνω κάποια επιφύλαξη, είναι πιο συγκρατημένοι. Νομίζω ότι φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν από την κυβέρνηση» λέει με πίκρα γιατί ο αγώνας του Αυξεντίου και των συναγωνιστών του έμεινε αδικαίωτος. «Εμείς οι αγωνιστές έχουμε ως θέση ότι αγωνιστήκαμε για την Ένωση με την Ελλάδα. Παραμένω σ’ αυτήν τη θέση. Είμαι από τους αγωνιστές οι οποίοι έχουν πικραθεί γιατί δεν πραγματοποιήθηκε το ιδανικό για το οποίο οι ήρωές μας θυσιάστηκαν: Ένωση της Κύπρου με τη μάνα Ελλάδα».
Ο κ. Αυγουστής καταγγέλλει «πολυθρονοπόδαρους» και καρεκλοκένταυρους. Σήμερα ένα τέτοιο αίτημα «θα το πολεμήσουν στην Κύπρο, βουλευτές, υπουργοί, πρόεδροι συμβουλίων, αρχηγοί Αστυνομίας και Στρατού, όλοι αυτοί που καβαλίκεψαν το καλάμι της εξουσίας. Αν ο μοι γένοιτο η Τουρκία άφηνε μόνο ένα βράχο της Κύπρου, και τον αποκαλούσαν δημοκρατία θα ήταν ευτυχισμένοι όλοι αυτοί οι οφιτσιάληδες».
Εξαιρεί μερικώς τον αείμνηστο Τ. Παπαδόπουλο γιατί «πολέμησε για κάτι καλύτερο απ’ ό,τι το Σχέδιο Ανάν».
Χαρακτηρίζει ως λύσεις όχι ιδανικών αλλά συμφερόντων αυτές που αναζητούνται από τους πολιτικούς. «Είναι λυπηρό», τονίζει, «γιατί έχει εξαφανισθεί από παντού η λέξη Κατοχή και κατοχικά στρατεύματα. Μιλούνε μόνο για διακοινοτική παρεξήγηση. Έκανε μια εισβολή η Τουρκία και έχει 40.000 στρατό εδώ και παύουν να μιλούν για εισβολή και κατοχή; Προς Θεού…»
Σκεφτήκατε ποτέ να φύγετε από την Κύπρο;
Είμαι τόσο δεμένος με την Κύπρο που δεν το σκέφτομαι. Φεύγω λίγες μέρες από την Κύπρο και δεν αισθάνομαι καλά…


ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι!


Ο Αυγουστής έζησε πλάι στον Αυξεντίου από τον Δεκέμβριο ‘55 μέχρι τον Μάρτη ’57. «Ήταν άνθρωπος. Ήταν ποιητής. Του άρεσε να απαγγέλλει ποιήματα. Να φαντασθείτε ότι απάγγειλε τον ‘‘Δωδεκάλογο του Γύφτου’’ του Παλαμά όταν ενθουσιαζόταν. Ήταν αγνότατος, ήταν πάντοτε ηρωικά σκεπτόμενος. Δεν μπορώ να απαντήσω αν μπορούσε ποτέ να αποχαυνωθεί. Ούτε θέλω να το πιστέψω, ούτε ήταν δυνατόν. Ήταν ένας πραγματικά προικισμένος άνθρωπος, ηγήτορας στον Αγώνα και πολύ άνθρωπος με τους συναγωνιστές».
«Εκείνο που μετράμε στον Αυξεντίου είναι ότι μέχρι τότε οι περισσότεροι αντάρτες που ήταν στα βουνά παραδίδονταν όταν τους ανάγκαζαν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν το μεγάλο παράπονο του Αυξεντίου. Και είπε ‘‘έμαθα τους συναγωνιστές μου πώς να πολεμούν. Είναι καιρός να τους μάθω και πώς να πεθαίνουν’’. Και με τον θάνατό του πράγματι άρχισε συναγωνισμός μεταξύ των ανταρτών ποιος θα ξεπεράσει τον Αυξεντίου. Και είχαμε τον Πετράκη Κυπριανού, ένα παιδάκι με κυνηγετικό όπλο που 17 χρονών τον κάλεσαν να παραδοθεί κι εκείνος αντιστάθηκε με τα φυσίγγια που είχε μαζί του» μας λέει.
Ενταγμένος στην ΕΟΚΑ από το 1955, υπαρχηγός του Διγενή, ο οδηγός ταξί από τη Λύση -το χωριό του κεφιού και του τραγουδιού- ο Γρηγόρης Αυξεντίου επικηρυγμένος καταφεύγει στα βουνά του Πενταδάκτυλου. Ο «Ζήδρος» ή «Ρήγας» ή «Αίαντας» ή «Άρης» ή «Ζώτος» που έφυγε ως «Μάστρος» του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, ξημερώνεται την 3η Μαρτίου 1957 προδομένος στο κρησφύγετό του στην περιοχή κοντά στην Ιερά Μονή Μαχαιρά. Οι Άγγλοι καλούν τους αντάρτες να βγουν έξω. Ο Αυξεντίου διατάζει τους συναγωνιστές του να βγουν έξω. Στην ομάδα του ήταν οι Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης. «Εγώ θα πολεμήσω και θα πεθάνω. Πρέπει να πεθάνω» επαναλαμβάνει. Ο Άγγλος δεκανέας Μαράιν πλησιάζει στην είσοδο και τον καλεί να παραδοθεί. Μια ριπή ακούγεται και ο Άγγλος πέφτει νεκρός. Μια χειροβομβίδα πέφτει στο κρησφύγετο. Ο Αυγουστής Ευσταθίου γυρίζει στους Άγγλους και λέει: «Αφού τον σκοτώσατε τι φωνάζετε;» Τότε ένας Άγγλος τον σπρώχνει μέσα για να βγάλει το νεκρό Αυξεντίου. Ο Αυγουστής μπαίνει μέσα και φωνάζει στα αγγλικά: «Ελάτε, τώρα είμαστε δυο!». Ακολουθεί σφοδρή μάχη. Οι δυο μαχητές ρίχνουν τη μοναδική καπνογόνο χειροβομβίδα ώστε με την κάλυψη του Αυγουστή να γίνει η έξοδος. Όμως, το αυτόματο του Αυγουστή δεν λειτούργησε. Ακολούθησαν οκτώ ολόκληρες ώρες μάχης. Περί τα 2 το μεσημέρι, οι Άγγλοι αποφασίζουν να τους κάψουν ζωντανούς και περιλούζουν το κρησφύγετο με βενζίνη.
«Ένα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο, γρήγορα δε η μυρωδιά της βενζίνης μας αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας. Είναι βενζίνα Μάστρε μου», του είπα. «Θα μας κάψουν ζωντανούς. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι. Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός. Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου. Ο Αυξεντίου βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού. Στην απελπιστική εκείνη στιγμή η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύψος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση. «Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι! Ο σπόρος που σπείραμε, Αυγουστή, βλάστησε. Άναψε και φούντωσε η φλόγα στις καρδιές των Ελλήνων. Τίποτε δεν μπορεί πια να τη σβήσει. Η λευτεριά θ’ ανατείλει όπου νάναι, και ο θάνατός μας θα τη φουντώσει ακόμη περισσότερο».
Μέσα σε κόλαση φωτιάς, ο Αυγουστής κατορθώνει να βγει σώος. Τον ανακαλύπτουν οι Άγγλοι και τον στέλνουν ξανά μέσα να τους φέρει τον Αυξεντίου. «Μόλις μπήκα μέσα» αφηγείται στο «ΕτΚ», «είδα τον Γρηγόρη Αυξεντίου νεκρό, ξαπλωμένο ανάσκελα. Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω είχε γίνει κάρβουνο. Το άλλο σώμα καιγόταν. Ήταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα. Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω. Δεν με πίστευαν όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός. Ήταν αδύνατο να παραδεχτούν πως πέθανε. Για να πεισθούν πως είναι νεκρός αφαίρεσαν μια μεγάλη πέτρα από το στόμιο του κρησφύγετου οπότε φάνηκε ο Αυξεντίου νεκρός».
Οι Άγγλοι αποικιοκράτες με το φόβο των λαϊκών εκδηλώσεων, δεν παρέδωσαν το άψυχο κορμί του Αυξεντίου στους γονείς του να τον θάψουν, αλλά τον έθαψαν κρυφά στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Το γεγονός προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σ’ όλο τον κόσμο.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Η εφημερίδα "Θεσσαλονίκη" παντού!

Βρυξέλλες, 2008, Primus brasserie. Η εφημερίδα "Θεσσαλονίκη" παντού (η φωτό αφιερωμένη στον Βαγγέλη Σπυριδωνίδη). Και ως τραπεζάκι στην πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θυμήθηκα εκείνη την εικόνα που είχα βρει προ διετίας στο Reuters από τη συνέντευξη Τύπου του τότε νεοεκλεγέντος Ιταλού πρωθυπουργού Ρομάνο Πρόντι, με φόντο ένα κολάζ τιτλων εφημερίδων. Ήταν μέσα και η "Θεσσαλονίκη" που κάποτε είχε ανταποκριτή στην Ιταλία και -δεν το γνωρίζω- σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Βαγγέλης γνωρίζει και θυμάται περισότερα!
FOTO: @Γ. ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΣ / "Θεσσαλονίκη", Βρυξέλλες, 19-6-2008

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

Επίσκεψη Ντε Γκωλ στη Θεσσαλονίκη (λεπτομέρεια)

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Π" της εφημερίδας "Αγγελιοφόρος", την Κυριακή 8 Ιουνίου 2008. Πρόκειται για μια "λεπτομέρεια του πίνακα" της επίσκεψης του στρατηγού Ντε Γκωλ στη Θεσσαλονίκη, στις 19 Μαΐου 1963. Προέκυψε από τη συνομιλία μου με την κ. Τέτη Στοϊκάκη - Νικολαΐδου, που τότε ήταν μεταφράστρια στο Λυσέ. Οι φωτογραφίες είναι σπάνιες διότι όλο το αρχειακό υλικό καταστράφηκε στη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε το Λυσέ τον Μάρτιο του 1968. Η φωτογραφία που δημοσιεύεται παραπλεύρως ανήκει στο αρχείο του Γαλλικού Ινστιτούτου και απεικονίζει τον Ντε Γκωλ να μιλά προς το προσωπικό και τους αποφοίτους του Λυσέ.
--------------------------------------------------


Ήταν πριν από 45 χρόνια, Κυριακή 19 Μαΐου 1963, περί τις 11.08’ το πρωί σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, όταν ο τότε Πρόεδρος της Γαλλίας, ο περίφημος στρατηγός Σαρλ Ντε Γκωλ εμφανίστηκε στην πόρτα του αεροπλάνου που προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Μίκρας, στη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Κουβ Ντε Μυρβίλ.
Ήδη, από τις 16 του μηνός στην Αθήνα, είχε ανταλλάξει τα πολιτικά μηνύματα με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ωστόσο, η Μακεδονία ήταν τότε πολύ περισσότερο συνδεδεμένη με τα θέματα ασφάλειας της Ελλάδας και η επίσκεψη Ντε Γκωλ στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας είχε τη σημασία της. Μία μέρα πριν χειρουργείται ο τότε Βασιλιάς Παύλος και ο κλονισμός της υγείας του θα τον οδηγήσει στο μοιραίο τον Μάρτιο του 1964, ενώ τρεις μέρες μετά (22/5/1963) δολοφονείται ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης.

Ο Ντε Γκωλ στη Μισιόν Λαΐκ
Στις 4.30 το μεσημέρι, σύμφωνα με το πρόγραμμα, επρόκειτο να μεταβεί στο συμμαχικό κοιμητήριο Ζέιντελικ για να καταθέσει στεφάνι. Στον πηγαιμό θα επισκεπτόταν το Γαλλικό Προξενείο και τη «Μισιόν Λαΐκ» όπως αποκαλούσαν τότε το Γαλλικό Ινστιτούτο (MLF - Mission Laique Francaise).
Οι φωτογραφίες από την «μεγάλη επίσκεψη» είναι σπάνιες, δοθέντος ότι το 1968 κάηκε το Λυσέ και μαζί καταστράφηκε όλο το αρχειακό υλικό.
Η Τέτη Στοϊκάκη – Νικολαΐδου, ένα από τα λίγα άτομα που είδαν από κοντά τον μεγάλο πολιτικό, ήταν τότε γραμματέας στο Λυσέ, υπεύθυνη για τις εγγραφές και την είσπραξη των διδάκτρων. Ωστόσο, η πολύ καλή γνώση της γαλλικής και της ελληνικής γλώσσας αλλά και το γεγονός ότι ήταν η μόνη που γνώριζε γαλλική γραφομηχανή, είχε ως συνέπεια να κάνει μεταφράσεις: από μεταπτυχιακές εργασίες μέχρι αποδελτίωση Τύπου.
Διευθυντής τότε νεοφερμένος ο Gilbert Bron, «ένας sui generis τύπος, ενάντια σε όλα όσα είχαμε μάθει» αλλά το πραγματικό κουμάντο το έκανε η Υβόν Ντενεζί.
Ήδη από χρόνια, «μαθαίναμε και γνωρίζαμε το γαλλικό σαβουάρ βιβρ καθώς η Σούλη Οικονόμου, η Μαρία Τζελεπή κι εγώ ήμασταν τα κορίτσια που υποδεχόμασταν τους προσκεκλημένους ομιλητές».

Το πρωτόκολλο
Παρά το γεγονός ότι ήταν «μαθημένες στο πρωτόκολλο» από καιρό, ενόψει της υποδοχής του Ντε Γκωλ «μας φώναξε ο μεσιέ Μπρον, εμένα και την κυρία Ντενεζί, και μας λέει δείχνοντας εμένα: ‘‘Πρόσεξε, δεν θα κάνεις καμία υπόκλιση’’. ‘‘Οι γυναίκες δεν υποκλίνονται παρά μόνον στη βασίλισσα’’, μου είπε η κ. Ντενεζί».
Όσον αφορά τις προσφωνήσεις, «Δεν θα μιλήσεις καθόλου» μου είπαν. «Θα πεις μόνο ‘‘μεσιέ’’, όχι ‘‘μεσιέ λε ζενεράλ’’ γιατί υποτιμάται η γυναίκα όταν προσφωνεί τον άνδρα με την ιδιότητά του». Ενδυματολογικά είχε βγει οδηγία πως θα είναι ντυμένοι: σκούρο κοστούμι οι άνδρες, ενώ οι γυναίκες να είναι κόσμιες!
«Ήμασταν μόνο εμείς στο Λυσέ. Κανείς επίσημος, παρά μόνο τα στελέχη του Λυσέ» λέει η κ. Στοϊκάκη - Νικολαΐδου.

Η καρτ ποστάλ και το Κυπριακό
«Το Λυσέ είχε επάνω ένα διαμέρισμα. Εγώ τον είδα να κατεβαίνει από το διαμέρισμα για να γίνει ξενάγηση. Κατεβαίνοντας από τις σκάλες για να ξεναγηθεί, έπρεπε να περάσει από το γραφείο μου. Περνώντας από το γραφείο μου είχα μια κάρτ ποστάλ που μου ‘στειλε μια καλή μου φίλη από την Κύπρο, που το 1960 είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Με ρώτησε «τι είναι αυτό;» και όταν εγώ του απάντησα «Το κράτος της Κύπρου», είπε «Μου είναι άγνωστο αυτό το κράτος». «Δεν θέλω να πιστεύω ότι η Κύπρος του ήταν άγνωστη. Η αποστροφή του έδειχνε ότι κάτι δεν ήθελε. Είδα την κ. Ντενεζί και τον Ζιλμπέρ Μπρον από δίπλα να τους ανάβουν τα λαμπάκια. Με κάλεσαν να δώσω εξηγήσεις την επόμενη μέρα. ‘‘Γιατί το έκανες; Δεν σου είπα δύο μέρες πριν ότι πρέπει να καθαρίσεις το γραφείο σου από την ακαταστασία;’’». Δεν μίλησαν για τίποτε περισσότερο από ακαταστασία… «Μου την πήραν και την σκίσανε την άλλη μέρα» λέει.
Στη συνέχεια πήγε στην αίθουσα διαλέξεων όπου μίλησε ενώπιον όλων σε μια περίπου 3λεπτη ομιλία, μάλλον βιαστικά.

Οι εντυπώσεις
Πως ήταν άραγε ο στρατηγός που έσωσε την τιμή της Γαλλίας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; «Σε προσωπικό επίπεδο δεν μπορούμε να τον περιγράψουμε παρά μόνο ως έναν ευγενικό άνθρωπο. Να μην ξεχνάμε ότι ήταν στρατηγός και μετρημένος στις κινήσεις του. Δεν μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τον Γέλτσιν και τον Μπερλουσκόνι ή τον Σαρκοζί» υποστηρίζει η κ. Στοϊκάκη.
Ένοιωθαν τότε ότι υποδεχόταν ένα αστέρι της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής;
«Ήμασταν αθώοι, παιδάκια. Δεν νοιώθαμε να υποδεχόμαστε έναν σταρ της πολιτικής. Γιατί από τη μια ο συγκεκριμένος χώρος είχε μια γκλαμουριά για οποιονδήποτε ερχόταν να μιλήσει. Κι από την άλλη δεν υπήρχε τηλεόραση» απαντά η κ. Στοϊκάκη.

Ο Σαρκοζί και ο Λαμαρτίνος
Κι αν είχε την τύχη να συναντήσει το Νικολά Σαρκοζί, έχοντας συνοδεύσει ως μεταφράστρια τον διάσημο Γάλλο αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ αλλά και τον Βιλ Ντε Κλερκ, τι θα του έλεγε η μεταφράστρια του Λυσέ; «Ευελπιστώ σε σας κ. Σαρκοζί, να ελαττώσετε τις πυρηνικές δοκιμές και να επιτρέψετε τον κόσμο να ζήσει σε ένα υγιές περιβάλλον. Θα του απήγγειλα και στίχους από τη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου που από τον 19ο αιώνα είχαν εκθειάσει τη φύση έχοντας καταλάβει ότι πρέπει να σέβονται τη φύση».