Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

“Να μπορείς τη ψυχή σου να την κοιτάς κατάματα!”


Αναδημοσιεύω συνέντευξη του καλού φίλου και προέδρου της ΕΣΠΗΤ Γιάννη Πλαχούρη στο περιοδικό ARTApress, της πατρίδας του. Ο Γιάννης Πλαχούρης είναι ένα από τα πιο καθαρά μυαλά του ελληνικού συνδικαλισμού. Με ευαισθησίες ο οποίες τον οδηγούν σε επιλογές ωφέλιμες όχι μόνο για τον ίδιο...






ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΝΤΙΝΟΣ ΓΙΩΤΗΣ

Τί σας οδήγησε στη δημοσιογραφία;
Πρώτα ήταν η ανάγκη επικοινωνίας, με τον τρόπο που γίνονταν εκείνες οι παλιές συνομιλίες, στην δεκαετία του πενήντα, συνήθως σούρουπο στις εξώπορτες των σπιτιών. Κουβέντες ίσιες δίχως στροφές και γωνίες. Μπορεί να μην έλυναν τα πολλά και καθημερινά προβλήματα, αλλά διεύρυναν την γνώση μας, έτρεφαν την περηφάνια μας, συντηρούσαν την συντροφικότητα, μας έκαναν συνειδητούς. Επίσης, έχτισαν τις φωλιές όπου μπορέσαμε αργότερα να κουρνιάσουμε εσωτερικοί μετανάστες στην σκληρότητα της πολιτείας και πολλοί από μας να διασωθούμε. Πίστεψα ότι η ομορφιά αυτού του τρόπου ενημέρωσης στην γειτονιά της οδού Κομμένου, τότε, μπορούσε να γίνει τρόπος ζωής της πολιτείας. Ουσιαστικά με την δημοσιογραφία όπως και με πολλές άλλες δράσεις κυνηγούσα την επιβεβαίωση των ονείρων που απόκτησα παιδί.

Είστε τα τελευταία 5 χρόνια πρόεδρος της ΕΣΠΗΤ. Γιατί ασχοληθήκατε με το συνδικαλισμό;
Φίλοι εκμεταλλεύθηκαν την φιλοτιμία, που, δεν ξέρω γιατί, εμείς οι Ηπειρώτες έχουμε ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Έτσι η αρχική προτροπή «άντε να βοηθήσουμε για τα προβλήματα του κλάδου», γρήγορα κρυσταλλώθηκε σε συγκεκριμένες προτάσεις λύσης τους, γεγονός που δημιούργησε στην συνέχεια ομάδα – παράταξη η οποία , πολύ γρήγορα, αναδείχθηκε σε διοίκηση την πρώτη φορά με σχετική και την δεύτερη με πολλή μεγάλη πλειοψηφία. Τώρα πρέπει αυτή την εμπιστοσύνη (για διαφάνεια, ήθος, αξιοπιστία κ.ά) των συναδέλφων να μην την προδώσουμε. Δύσκολος δρόμος. Επειδή η δράση αναγκαστικά συμβαίνει σ΄ ένα τόπο με πολλά εξωτερικά μέτωπα (κυβέρνηση, εργοδοσία) αλλά, δυστυχώς, και με άλλα μέτωπα, από Πηλιογούσηδες συνδικαλιστές που δίνουν την εκλογή τους αντιπαροχή σε μικροπαραγοντισμό και ιδιοτέλεια.

Γνωρίζετε από μέσα τα προβλήματα των δημοσιογράφων. Τί είναι εκείνο που έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με παλιότερες εποχές;
Η διάθεση για αντίσταση. Παλιά ο δημοσιογράφος αντιδρούσε δυναμικά στις απόπειρες παρεμβάσεων στο έργο του. Κατόρθωνε –παρεμβάσεις πάντοτε γίνονται- να διασώζει και να περνά μεγάλο μέρος της αλήθειας στον αναγνώστη. Ουσιαστικά υπηρετούσε την δημοκρατία. Σήμερα, πολύ εύκολα, ο δημοσιογράφος «συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις» για να μην αναφέρω ότι υπάρχουν και πολλοί «δημοσιογράφοι» που προσαρμόζουν την αλήθεια της είδησης εξ αρχής στην γραμμή του μέσου, εφημερίδα ή τηλεόραση. Δηλαδή χρησιμοποιείται από την διαπλοκή γίνεται συνεργός στην ευτέλεια της πολιτείας. Ευτυχώς αυτό δεν συμβαίνει σε τόσο μεγάλο βαθμό στα περιοδικά- τοπικά Μέσα Ενημέρωσης, επειδή έχουν άμεση σύνδεση με την κοινωνία. Η υποκρισία εδώ είναι πιο δύσκολο και μάλιστα στα τοπικά θέματα είναι αδύνατο να περάσει, γιατί γίνεται αμέσως αντιληπτή.

Τί σας αρέσει και τί όχι από τη σημερινή δημοσιογραφία;
Μου αρέσει ο πλουραλισμός της. Τόσο σε μορφές (έντυπη, ηλεκτρονική -ραδιόφωνο, τηλεόραση- διαδικτυακή) όσο και σε περιεχόμενο (πολιτικό, αθλητικό, πολιτιστικό, οικονομικό, κτλ.) Ο δημοσιογράφος έχει πολλές επιλογές και ευκαιρίες. Δεν μου αρέσει η ποιότητά της. Μεταχειρίζεται λόγο σκοτεινό, ασαφή, χωρίς πρωτοτυπία. Δεν σου δίνει- συχνά σκόπιμα- την δυνατότητα να πληροφορηθείς, ώστε μετά εσύ μόνος σου να κρίνεις. Η δημοσιογραφία πρέπει να γεννάται κάθε στιγμή, μαζί με κάθε γεγονός. Να είναι φρέσκια για περνά στην ψυχή σου, να την αγγίζει για να σε ενδιαφέρει.

Τί θα αλλάζατε από την σημερινή εικόνα της Ελλάδας;
Την σχέση με τα παιδιά μας. Να τους ζητήσουμε συγνώμη για τις ώρες που δεν είχαμε μαζί τους, βουλιαγμένοι στις δυο και τρεις δουλειές για να ζήσουμε, που τους δώσαμε απλόχερα εκείνα που έλειπαν σε μας, χωρίς να ρωτήσουμε ή να τα μάθουμε να διεκδικούν τα θέλω τους. Την ευκολία με την οποία μετατρέψαμε την εξέγερση του Πολυτεχνείου σε άλλοθι για την γενιά μας. Αυτό μας καθησύχασε, μας αποπροσανατόλισε κι επέτρεψε πολύ ευκολότερα να χάσει τους χυμούς της η ζωή μας.

Ποιά είναι τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;
Προσπάθεια αναπνοής με δυο καινούργια βιβλία (κυκλοφορούν στους επόμενους μήνες μια ποιητική συλλογή από τον Ζαχαρόπουλο κι ένα παραμύθι από την Άγκυρα)

Η λέξη "Αρτα" τι σημαίνει για σας;
Κολοφωτιές που γέμιζαν αστέρια μια μυρωμένη από πορτακαλιές νύχτα. Η συγχορδία των κατσαρολικών, νερά βροχής από το τρύπιο ταβάνι στο δωμάτιο. Τα άλλα νερά, τα σκοτεινά που πλημμύριζαν το σπίτι κυλώντας να συναντήσουν τον Άραχθο. Ο αδελφός μου στο καρότσι κι εγώ εντεταλμένος από τους γονείς σηματωρός και φύλακάς του. Ο Αετός Άρτας και μετά η Αναγέννηση. Τα λαϊκά τραγούδια σ΄ ένα παλιό ΟΜ του νονού μου. Ο Χρηστάκης που έφυγε από το παράθυρο του φορτηγού στην εθνική οδό εν κινήσει και τον απίθωσε σώο στο οδόστρωμα αόρατος άγγελος. Ο Στράτος, ο Γιάννης, η γιαγιά Φανή. Η Λευκοθέα που μ΄ έμαθε να δένω τα κορδόνια των παπουτσιών για να μην με κοροϊδεύουν τα κορίτσια. Ο Νίκος Μπαϊκούσης, τα καλαθάδικα και το γλυκό καρπούζι σε μια λεκάνη πολλαπλών χρήσεων. Ο πατέρας να μου λέει πώς ξέφυγε από την σφαγή του Κομμένου, όπου κατέβηκε αντάρτης από το βουνό καλεσμένος από τον ξάδερφο του γαμπρού στον γάμο (με έσωσε έλεγε ένα άγνωστο παιδί ο Στασινός καλή του ώρα ), τα αντροβάδιστα Τζουμέρκα, το Τετράκωμο, το καθαρό νερό ξεδίψασμα από τα διπλωμένα φύλλα της καρυδιάς. Το κάψιμο του Ιούδα στην Παρηγορήτρια. Ή Άρτα είναι τα παραθύρια μας, η αντίσταση, η κολυμπήθρα να ξεφύγουμε από την κόλαση.

Ποιά συμβουλή έχετε κρατήσει για τη ζωή, ως μότο, από τους γονείς σας;
Να μπορείς την ψυχή σου (που δεν μπορεί να την γελάσεις με τίποτα) να την κοιτάς κατάματα.

Ο Γιάννης Πλαχούρης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα.Κατάγεται από το Τετράκωμο του νομού Άρτας.Στην Άρτα πέρασε τα παιδικά του χρόνια ωσότουοι γονείς του εγκαταστάθηκαν στη Ν. Ιωνία Αττικής.Σπούδασε και εργάζεται την δημοσιογραφία από διάφορες κατά καιρούς θέσεις στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, στο ραδιόφωνο και ως σύμβουλος τύπου σε μεγάλες επιχειρήσεις.Όσον αφορά την λογοτεχνία, έχουν κυκλοφορήσει από το 1973 μέχρι σήμερα εννιά ποιητικές συλλογές τουτρία παραμύθια και ένα μυθιστόρημα.Συνεργάτης σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά(Περίπλους, Έρευνα κ.α.) και εφημερίδεςμε χρονογραφήματα, δοκίμιο και την παρουσίαση βιβλίων.Συνεκδότης με το Δημοσθένη Κορδοπάτητου ιδιότυπου λογοτεχνικού περιοδικού "Κέντρων".Διετέλεσε μέλος στα Δ.Σ. του Αετοπούλειου Ιδρύματος,της ΔEΠA Χαλανδρίου, του ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του ΔΣ της ΠΟΕΣΥ (2001-2004) και Γραμ. του ΚέντρουΈρευνας Μικρασιατικού Ελληνισμού του Δήμου Νέας Ιωνίας.Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικούκαι Ηλεκτρονικού Τύπου και εκλεγμένος πρόεδρος του ΔΣτης (2003 – 2006 και 2006 - ).Έχει τιμηθεί για την μέχρι τώρα πνευματική του προσφοράαπό το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Νέας Ιωνίας (το 2003) και τον σύλλογο Ηπειρωτών Αγίας Παρασκευής (το 1998).

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Ο Νόρμπερτ, οι μακαρονάδες και τα ριζότα

Την περασμένη Παρασκευή, στις 5.30 το απόγευμα, πέρασα για πρώτη φορά το κατώφλι της Καθολικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος εξαιρετικά δυσάρεστος: ύστατος αποχαιρετισμός στον παλιό Γερμανό Πρόξενο της Θεσσαλονίκης Νόρμπερτ Ναντόλσκι που έφυγε πρόωρα από έμφραγμα, περπατώντας ένα πρωί στην παραλία της βραζιλιάνικης πόλης Ρεσίφε όπου υπηρετούσε θλιμμένος γιατί άφησε την Θεσσαλονίκη που αγάπησε. Εν είδει μνημοσύνου. Θεώρησα σκόπιμο να δημοσιεύσω τον σύντομο λόγο του Έτζιο Περάρο, του Ιταλού φίλου του, παλαιού διευθυντή του Ιταλικού Ινστιτούτου Θεσσαλονίκης και νυν της Σόφιας:
«Παίρνοντας τον λόγο στην αποχαιρετιστήρια τελετή που είχαν οργανώσει τον περασμένο Ιούνιο οι Φίλοι του Τελλογλείου προς τιμήν του Νόρμπερτ Ναντόλσκι, με αφορμή την ολοκλήρωση της θητείας του στη Θεσσαλονίκη, είχα πει: ‘Ο Νόρμπερτ Ναντόλσκι είναι πολωνικής καταγωγής, εργάζεται για τη Γερμανία από την οποία πληρώνεται, αλλά η καρδιά του χτυπάει στην Ιταλία, εξαιτίας της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τη χώρα μου’. Τώρα θα πρέπει να προσθέσω ότι αυτή η γενναιόδωρη καρδιά τον πρόδωσε στη μακρινή Βραζιλία. Ήταν μια μετάθεση που δεν τον ευχαρίστησε και πολύ, αλλά την οποία δέχτηκε χάρη στον υψηλό σεβασμό για το καθήκον και για την ευθύνη που ένιωθε απέναντι στα παιδιά του, που δεν ήταν ακόμα οικονομικά ανεξάρτητα. Η Θεσσαλονίκη πάντως του είχε μείνει βαθιά τυπωμένη στην καρδιά. Είμαι σίγουρος πως, όταν σωριάστηκε στην άμμο της παραλίας κατά τη διάρκεια του συνηθισμένου πρωινού περιπάτου του, χτυπημένος από εκείνο τον
σιωπηλό δολοφόνο που λέγεται έμφραγμα, στις τελευταίες στιγμές της ζωής που του έμειναν η σκέψη του διέσχισε τον ωκεανό και έφτασε στην Ελλάδα. Εκεί όπου, πριν από λίγες βραδιές, μιλώντας στο τηλέφωνο, εγώ από τη Βουλγαρία κι αυτός από τη Βραζιλία, είχαμε δώσει ραντεβού για τις καλοκαιρινές διακοπές μας. Άγιο Όρος, Λήμνος, Σαμοθράκη, Όλυμπος, Χαλκιδική, ήταν τα μέρη που είχε έντονα αγαπήσει -και φωτογραφίσει-, μέρη για τα οποία κουβαλούσε μαζί του μια απέραντη νοσταλγία. Ο Νόρμπερτ δεν ήταν μόνο ένας διπλωμάτης ενθουσιασμένος με τη δουλειά του, αλλά επίσης ένας εκλεκτός διανοούμενος και ένας παθιασμένος ιδεολόγος. Το ευρωπαϊκό ιδεώδες βρισκόταν στην κορυφή των αξιών του και το αποδεικνύουν οι πολλές εκδηλώσεις που οργανώσαμε μαζί για να προωθούμε σε κάθε επίπεδο -πολιτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό- την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και όσμωση. Ο Ναντόλσκι ήταν άνθρωπος απλός, ευαίσθητος, σεμνός, διακριτικός, λεπτός. Μέχρι και στοργικός. Και άνθρωπος βαθιών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Είχε το σπάνιο χάρισμα να κερδίζει αμέσως την εκτίμηση και τη συμπάθεια του κόσμου που ερχόταν σε επαφή μαζί του. Και στη Βραζιλία το ίδιο, παρά το σύντομο διάστημα που έμεινε εκεί. Θα μας λείπουν οι συχνές συναντήσεις για ένα κρασί με τους φίλους, με τους δημοσιογράφους, θα μας λείπουν οι εμφανίσεις του σε όλες τις πολιτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, θα μας λείπει η ζεστή παρουσία του στη γερμανική -αλλά και την ιταλική- κοινότητα, και εμένα προσωπικά θα μου λείπουν τα γενναιόδωρα και ειλικρινή συγχαρητήριά του για τις μακαρονάδες και τα ριζότα μου. Μου αρέσει που κλείνω έτσι, με λίγο χιούμορ (αυτό άλλωστε διέκρινε και τη σχέση μας), αυτή τη σύντομη ανάμνηση ενός εξαιρετικού φίλου που η τύχη μού έκανε το δώρο να συναντήσω στο πέρασμά μου από τη Θεσσαλονίκη».

15Απρ2008

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

UCK: η επιβεβαίωση του αυτονόητου

Και να η επιβεβαίωση του αυτονόητου! Της απορίας, δηλαδή, πως είναι δυνατόν η διεθνής κοινότητα να συνομιλεί και να συναλάσσεται με αποβράσματα της κοινωνίας και μετέπειτα εγκληματίες πολέμου. Η Κάρλα Ντελ Πόντε, η πρώην γενική εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στα... χέρια της οποίας πέθανε ο Σλόμππονταν Μιλόσεβιτς, έγραψε ένα βιβλίο. Πρέσβης της Ελβετίας στην Αργεντινή πλέον, μακριά από τις βαλκανικές κοπριές, στο βιβλίο της με τίτλο «Το κυνήγι, εγώ και οι εγκληματίες πολέμου», υποστηρίζει ότι οι Αλβανοί αντάρτες του Κοσσυφοπεδίου, οι περιβόητοι UCKάδες, απήγαγαν περίπου 300 Σέρβους, τους μετέφεραν σε νοσοκομεία της Αλβανίας, τους αφαίρεσαν όργανα, τα πούλησαν, συνέχισαν να κρατούν τους Σέρβους ομήρους μέχρι που τους αφαίρεσαν κι άλλα όργανα με αποτέλεσμα αυτοί να πεθάνουν. Όλα αυτά μετά το τέλος του πολέμου του 1999 στο Κοσσυφοπέδιο. Ποιούς κατηγορεί ευθέως για όλα αυτά; Τον πρώην πρωθυπουργό του Κοσσυφοπεδίου, Αγκίμ Τσέκου, αλλά και τον νυν πρωθυπουργό, Χασίμ Θάτσι!!! Τους "αξιότιμους" συνομιλητές της διεθνούς κοινότητας, τα χαϊδεμένα των Αμερικανών! Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ του "Έθνους", η Ντελ Πόντε γράφει ότι «Τα θύματα από τα οποία είχε αφαιρεθεί ο ένας νεφρός κλείνονται εκ νέου σε κέντρο κράτησης, μέχρις ότου θανατωθούν με την αφαίρεση κάποιου άλλου ζωτικού οργάνου". Πηγές της, όπως γράφει, η αποστολή του ΟΗΕ αλλά και -φυσικά- δημοσιογράφοι!
Τώρα, γιατί όλοι αυτοί δεν μίλησαν όταν η Ντελ Πόντε κυνηγούσε μανιωδώς τους Μιλόσεβιτς, Μλάντιτς, Κάρατζιτς, τους Σέρβους εγκληματίες πολέμου, είναι άξιον απορίας. Είναι μια συνενοχή που ακόμη κι αν τους αθωώσει το παρόν θα τους καταδικάσει το μέλλον. Και καμιά φορά η τιμωρία της Ιστορίας είναι βαριά. Κάποτε, η διεθνής κοινότητα αρνούνταν να συνομιλήσει καν με δικτάτορες, απομονώνοντας τέτοιου είδους καθεστώτα. Τώρα, δεν έχει καμία σημασία το ποιον του Θάτσι, δεν έχει καμία σημασία η επιθετικότητα του Μιλόσοσκι και του Γκρούεφσκι, δεν μετράει καθόλου ότι στην Τουρκία έχουμε μασκαρεμένη δικτατορία. Ο κ. Μπους εναγκαλίζεται με τους Θάτσιδες και τους Μιλοσόσκιδες. Παραλογισμός και ξεφτίλα μαζί. Αλλά κυρίως, επικίνδυνο. Επικίνδυνο για την ασφάλεια της περιοχής. Να γιατί απαιτείται εξωτερική πολιτική αρχών: διότι απέναντί μας έχουμε τυχοδιώκτες και εγκληματίες πολέμου...

15Απρ2008


ΔΙΑΒΑΣΕ: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11381&subid=2&tag=8777&pubid=852452#

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Στον Αγιαντώνη μια φορά…

Χριστούγεννα δεν είναι μόνο το γιορτινό τραπέζι. Δεν είναι καν το γιορτινό τραπέζι, τουλάχιστον όπως πλασσάρεται στην εποχή του καταναλωτισμού. Δεν είναι δηλαδή γαλοπούλες και κατσικάκια, ούτε τζατζίκια, χτυπητές, κανταΐφια και μπακλαβάδες. Γιορτινό τραπέζι είναι επικοινωνία αισθημάτων. Γύρω από ένα τραπέζι. Τελευταίο προπύργιο αξιών. Εστία αναμνήσεων… {πέντε ξημερώματα, άιντε σκωθείτε να πάμε στην εκκλησία, Χριστούγεννα που ‘ναι, χιόνια στους δρόμους, οι ξαδέρφες στο σπίτι από την παραμονή, όλοι μαζί στρωματσάδα, η καθιερωμένη συνάντηση, Χριστούγεννα στις Σέρρες – Πάσχα στο Σέδες, δύσκολο το ξύπνημα, πρώτα φεύγαν οι μεγάλοι (θειοί και θειές δηλαδή) κι έπειτα ξεπρόβαλλαν από τις κουβέρτες τα πρώτα βαριεστημένα κεφαλάκια, κρύο έξω κρύο και το νερό στο μπάνιο, ζόρικες καταστάσεις για το νεαρόν της ηλικίας, με βήματα αργά κι ένας ένας, αυστηρά ένας ένας μπας και τα πει πιο γρήγορα ο παπάς, κι όταν φτάναμε στον Αγιαντώνη, πατώντας στα χιόνια κρυώναν τα πόδια, θολώναν τα τζάμια των γυαλιών, σαν φάτνη η εκκλησιά, οι γνωστοί άγνωστοι παρόντες και κάποιοι παραπάνω λόγω της ημέρας, κατάνυξη και πανηγύρι μαζί, ο παππούς ο Γιάννης πάντα στο στασίδι του, λες και πλήρωνε συνδρομή, στο στασίδι της κι όλη η γειτονιά του παππού, νωρίτερα όμως μπαίνοντας αριστερά πρώτα ανταλάσσαμε βλέμματα με τη γιαγιά Ευαγγελία, ζέστη, αρχαία, αργοί ρυθμοί, μόνο ο παπα Βασίλης ήταν γρήγορος, θαρρείς και σκεφτόταν κι εμάς τα παιδιά, και στο “διευχών” χαμόγελα, χρόνια πολλά, φιλιά και βουρ για το σπίτι, μια ζεστή σούπα γύρω και ξανά κάτω από τις κουβέρτες ή ξυπνούσαμε τα ρεμάλια τις ξαδέρφες, μεγάλες γαρ σιγά μην πάνε εκκλησία…}.
Αναμνήσεις είναι το τραπέζι, αναμνήσεις και αισθήματα. Αυτά το κάνουν γιορτινό. Χρόνια σας πολλά. Με αγάπη. Αρκεί.
25Δεκ2005
FOTO: @Γ. ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΣ / Στο πλυσταριό, 7-5-2006.

Καφέ για χαλάρωμα

Ένα από τα πιο όμορφα σημεία συνάντησης της πόλης, το καφέ του Μουσείου Φωτογραφίας. Κάθε τέτοια εποχή, παλιότερα με τη Φωτοσυγκυρία, τώρα με τη Photobienalle, γίνεται στέκι. Η μοναδική θέα του παλιού τελωνείου με τα δεμένα πλοιάρια είναι ιδανική για χαλάρωμα και ενδοσκόπηση.

FOTO: @Γ. ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΣ / Καθρέφτης, 8-3-2006.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

FREE TIBET!

Ολυμπιακοί Αγώνες made in China είναι δυνατόν να μην "εκραγούν"; Εδώ μια λάμπα παίρνεις και... Κι ακόμη έχουμε πέντε μήνες για την τελετή έναρξης.
10Απρ2008

Perpignan, tu le connais?*

Είναι κάποιοι τόποι που συνθέτουν αυτό που λέμε βίος του καθενός. Τόποι γεμάτοι αναμνήσεις, καλές ή κακές, όμορφες ή σκληρές. Σε άλλους έχουμε ζήσει, άλλους απλά τους επισκεφθήκαμε κάποτε, με άλλους πάλι μας δένει κάτι πέρα από μας.
Προσωπικά, αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω τη ζωή μου με πόλεις, θα έλεγα αμέσως Σέρρες – Γιαννιτσά – Θεσσαλονίκη. Έζησα τα πρώτα 18 μου χρόνια στις Σέρρες. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο. Εκεί διαμορφώθηκα. Πρώτο Γυμνάσιο – Λύκειο και Θρασυβουλίδης Αγγλικά. Αναμνήσεις και πρόσωπα της ιδιαίτερης πατρίδας (ίσως κάποια στιγμή επανέλθω με ονόματα). Έφυγα ενθουσιασμένος που… έφευγα. Γιατί πήγα εκεί που ονειρευόμουν: στη Θεσσαλονίκη. Για σπουδές στη Νομική. Για σχέσεις. Για φιλίες και για έρωτες. Και έμεινα. Μ’ ένα διάλειμμα θητείας στα Γιαννιτσά. Παραμένων. Δεκανέας και ταχυδρόμος.
Πέρα από μένα ήταν οι σπουδές της συντρόφου μου στο Περπινιάν της Γαλλίας. Σχολή Καλών Τεχνών. Ζωγράφος. 1997-1999, δυο χρόνια έντονα και αξέχαστα (το προείπε η Κατερίνα Τσ.). Μια πόλη άγνωστη στους περισσότερους, στους πρόποδες των Ανατολικών Πυρηναίων, δυο ώρες από τη Βαρκελώνη, κάπου τόσο από τις Κάννες. Όταν την πρωτάκουσα είπα (φυσικά): Περπινιάδης! Στελάκης Περπινιάδης. Αυτόν μου θύμισε –την κοινή ρίζα ακόμη δεν την ανακάλυψα. Μια φορά πήγα. Δέκα μέρες όλο κι όλο. Όμορφη πόλη. Μέναμε στο κέντρο της παλιάς πόλης –νουαζέτ στο Καφέ Μοκά. Όλα διατηρημένα. Και σε χρήση. Αν και πρόκειται για την εσχατιά της Γαλλίας. Δεν έχουμε τέτοια εμείς. Το σπίτι ήταν του 18ου αιώνα, με σκαλοπάτια πλακόστρωτα που είχαν ξύλινα πατήματα.
Βρήκα μια καρτ ποστάλ, ανατύπωση εικόνας του 1900, La Place d’ Italie, πλατεία Ιταλίας. Αυτή ήταν η αφορμή για τις πιο πάνω λέξεις…

*Περπινιάν, το ξέρεις;
10Απρ2008