Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009
Τέτοια λέει η βάση της ΝΔ…
Ο Βασίλης Κ. είναι δικηγόρος και φίλος μου. Κοντεύει τα 38, είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Μεγάλωσε στη δεκαετία του ’80, τελείωνε το σχολείο όταν ο Αντρέας εφηύρε τη λιτότητα και ο Μητσοτάκης γινόταν πρωθυπουργός υπολογίζοντας πόσο χρωστά κάθε βρέφος που έρχεται στη ζωή. «Έχουν περάσει είκοσι χρόνια κι ακόμη υπολογίζουμε τα χρέη μας. Είμαστε η γενιά της λιτότητας, άλλο τίποτα δεν έχουμε ακούσει σε όλη τη ζωή μας», μου έλεγε πριν δυο μέρες, πίνοντας εσπρέσο στην Αριστοτέλους με τις παράνομες επιγραφές στα κτίρια της πλατείας, την ασυδοσία στα τραπεζάκια και την κερδοσκοπία στον καφέ.
Αυτή η αγανάκτηση μιας ολόκληρης γενιάς, που διακρίνεται για το υψηλό μορφωτικό της επίπεδο σε σχέση με τους παλαιότερους, συνοψίζει τα συνειδητά συναισθήματα μιας μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων που αποδοκίμασαν τη Νέα Δημοκρατία στις τελευταίες εκλογές. «Είναι δυνατόν ο Καραμανλής να καλύπτει συμπεριφορές συνεργατών του στη ΔΕΘ το 2008; Σχεδόν όλοι οι συνεργάτες του αποδείχθηκαν σκάρτοι…». Ναι αλλά τι από όλα όσα τους κατηγορούσαν αποδείχθηκαν; «Τι σημασία έχει; Είναι δυνατόν τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, το Σεπτέμβριο του 2008 να βοά ο τόπος, οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα, τα κανάλια σε βάρος συγκεκριμένων πολιτικών και ο άνθρωπος Καραμανλής να μην τους καλεί για εξηγήσεις; Τον είχαν κλεισμένο στη Ραφήνα; Μα είναι δυνατόν να λέγονται αυτά τα πράγματα; Μια κυριακάτικη εφημερίδα της εποχής να έπεφτε στα χέρια του, το λογικό θα ήταν να φέρει τα πάνω κάτω…» Τι να έκανε δηλαδή; Να μη στηρίξει τους συνεργάτες του; «Τόσα χρόνια τους στήριζε. Και τι να στηρίξει; Τα Βατοπέδια; Τα γκόλντεν μπόις; Την επικοινωνιακή ανεπάρκεια; Στην καλύτερη περίπτωση, ο Καραμανλής ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος στη χώρα που δεν κατάλαβε τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στη χώρα. Αλλά κι αυτό δεν τον τιμά. Είναι λογικά αδιανόητη η αδράνεια του πρωθυπουργού και μάλιστα στο βαθμό που συνέβη». Χείμαρρος ο Βασίλης Κ. «Και το Δεκέμβριο; Με τα επεισόδια; Ο πρωθυπουργός που κατηγορήθηκε ότι έβλεπε μόνο τηλεόραση, εκείνο το βράδυ δεν συγκλονίστηκε όπως όλη η Ελλάδα; Δεν ένοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι; Ή δεν μπορούσε; Και γιατί να μην μπορούσε; Ποιος τον εμπόδιζε;» Μα αν επενέβαινε η αστυνομία ίσως να είχαμε και χειρότερα. Το είπε ο Παυλόπουλος. Το είπε και ο Καραμανλής φέτος. «Χειρότερο από την κατάλυση του κράτους για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο δεν θα μπορούσε να συμβεί. Υπάρχει χειρότερο από το να νοιώθουν οι πολίτες απροστάτευτοι στο ίδιο τους το σπίτι;». Αλλά και για τα οικονομικά. «Η ΝΔ μου θύμιζε τον διαχειριστή της πολυκατοικίας που όταν έπιαναν τα κρύα δεν άναβε τα καλοριφέρ με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε αποθεματικό. Ο ΠΑΣΟΚος διαχειριστής θα φώναζε τον πετρελαιά και θα του ΄λεγε ‘‘βάλε να μην κρυώσουμε και σε πληρώνουμε αργότερα’’. Με άλλα λόγια, και η οικονομία είναι πολιτική, δεν είναι ακαδημαϊκή θεωρία. Και η πολιτική είναι πάνω από νούμερα και ενίοτε πάνω από νόμους» είπε και μου θύμισε τον Σωτήρη Κούβελα που κάνοντας πολιτική έσπασε το μονοπώλιο της κρατικής «ενημέρωσης» στην Ελλάδα. «Πολιτική έκανε και ο Σαρκοζί και από υπουργός Εσωτερικών έγινε πρωθυπουργός» συμπλήρωσε.
Τέτοια λέει η βάση της ΝΔ και άλλα πολλά. Αυτά λέει στις παρέες, στους καφέδες, στα ποτά. Αυτά λέει στη δουλειά, στο λεωφορείο, στη γειτονιά. Έτσι ορίζουν την Κεντροδεξιά. Χωρίς θεωρίες και αοριστίες. Έτσι αντιλαμβάνονται την πολιτική. Απλά, πολύ απλά. Αυτά πρέπει να ‘χουν υπόψη και στο Συνέδριο. Αλλιώς, πολύ σύντομα θα ψάχνουν τον επόμενο αρχηγό.
Αυτή η αγανάκτηση μιας ολόκληρης γενιάς, που διακρίνεται για το υψηλό μορφωτικό της επίπεδο σε σχέση με τους παλαιότερους, συνοψίζει τα συνειδητά συναισθήματα μιας μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων που αποδοκίμασαν τη Νέα Δημοκρατία στις τελευταίες εκλογές. «Είναι δυνατόν ο Καραμανλής να καλύπτει συμπεριφορές συνεργατών του στη ΔΕΘ το 2008; Σχεδόν όλοι οι συνεργάτες του αποδείχθηκαν σκάρτοι…». Ναι αλλά τι από όλα όσα τους κατηγορούσαν αποδείχθηκαν; «Τι σημασία έχει; Είναι δυνατόν τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, το Σεπτέμβριο του 2008 να βοά ο τόπος, οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα, τα κανάλια σε βάρος συγκεκριμένων πολιτικών και ο άνθρωπος Καραμανλής να μην τους καλεί για εξηγήσεις; Τον είχαν κλεισμένο στη Ραφήνα; Μα είναι δυνατόν να λέγονται αυτά τα πράγματα; Μια κυριακάτικη εφημερίδα της εποχής να έπεφτε στα χέρια του, το λογικό θα ήταν να φέρει τα πάνω κάτω…» Τι να έκανε δηλαδή; Να μη στηρίξει τους συνεργάτες του; «Τόσα χρόνια τους στήριζε. Και τι να στηρίξει; Τα Βατοπέδια; Τα γκόλντεν μπόις; Την επικοινωνιακή ανεπάρκεια; Στην καλύτερη περίπτωση, ο Καραμανλής ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος στη χώρα που δεν κατάλαβε τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στη χώρα. Αλλά κι αυτό δεν τον τιμά. Είναι λογικά αδιανόητη η αδράνεια του πρωθυπουργού και μάλιστα στο βαθμό που συνέβη». Χείμαρρος ο Βασίλης Κ. «Και το Δεκέμβριο; Με τα επεισόδια; Ο πρωθυπουργός που κατηγορήθηκε ότι έβλεπε μόνο τηλεόραση, εκείνο το βράδυ δεν συγκλονίστηκε όπως όλη η Ελλάδα; Δεν ένοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι; Ή δεν μπορούσε; Και γιατί να μην μπορούσε; Ποιος τον εμπόδιζε;» Μα αν επενέβαινε η αστυνομία ίσως να είχαμε και χειρότερα. Το είπε ο Παυλόπουλος. Το είπε και ο Καραμανλής φέτος. «Χειρότερο από την κατάλυση του κράτους για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο δεν θα μπορούσε να συμβεί. Υπάρχει χειρότερο από το να νοιώθουν οι πολίτες απροστάτευτοι στο ίδιο τους το σπίτι;». Αλλά και για τα οικονομικά. «Η ΝΔ μου θύμιζε τον διαχειριστή της πολυκατοικίας που όταν έπιαναν τα κρύα δεν άναβε τα καλοριφέρ με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε αποθεματικό. Ο ΠΑΣΟΚος διαχειριστής θα φώναζε τον πετρελαιά και θα του ΄λεγε ‘‘βάλε να μην κρυώσουμε και σε πληρώνουμε αργότερα’’. Με άλλα λόγια, και η οικονομία είναι πολιτική, δεν είναι ακαδημαϊκή θεωρία. Και η πολιτική είναι πάνω από νούμερα και ενίοτε πάνω από νόμους» είπε και μου θύμισε τον Σωτήρη Κούβελα που κάνοντας πολιτική έσπασε το μονοπώλιο της κρατικής «ενημέρωσης» στην Ελλάδα. «Πολιτική έκανε και ο Σαρκοζί και από υπουργός Εσωτερικών έγινε πρωθυπουργός» συμπλήρωσε.
Τέτοια λέει η βάση της ΝΔ και άλλα πολλά. Αυτά λέει στις παρέες, στους καφέδες, στα ποτά. Αυτά λέει στη δουλειά, στο λεωφορείο, στη γειτονιά. Έτσι ορίζουν την Κεντροδεξιά. Χωρίς θεωρίες και αοριστίες. Έτσι αντιλαμβάνονται την πολιτική. Απλά, πολύ απλά. Αυτά πρέπει να ‘χουν υπόψη και στο Συνέδριο. Αλλιώς, πολύ σύντομα θα ψάχνουν τον επόμενο αρχηγό.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Κεντρί" στις 24/10/2009.
Το διακύβευμα στο Σκοπιανό
«Oνομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για κάθε χρήση». Αυτή η άποψη που εξέφρασε ο υφυπουργός Εξωτερικών Δ. Δρούτσας αποτυπώνει και την επίσημη θέση της νέας ελληνικής κυβέρνησης για το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Είναι η θέση που υπηρέτησε και η κυβέρνηση Καραμανλή, έστω και αν την μαθαίναμε κατά διαστήματα από διαρροές –δεν τολμούσε να την πει ξεκάθαρα.
Η ξεκάθαρη αυτή τοποθέτηση από ελληνικής πλευράς ήρθε ως απάντηση στο νέο παραλήρημα του Σκοπιανού πρωθυπουργού Νίκολας Γκρούεφσκι, ο οποίος μιλώντας σε απόδημους συμπατριώτες του στην Αυστραλία, έκανε λόγο για «Μακεδόνες του Αιγαίου». Μάλιστα τόνισε ότι «δεν πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός σε Μακεδόνες του Αιγαίου, της Βαρδαρίας και του Πιρίν. Είμαστε όλοι Μακεδόνες»!
Η σύγκριση ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι αναπόφευκτη και προδίδει τα πραγματικά κίνητρα της σκοπιανής πλευράς. Από τη μία έχουμε μια Ελλάδα έτοιμη να παραχωρήσει το όνομα Μακεδονία, με τον πιο ανώδυνο όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα τρόπο, δηλαδή με έναν γεωγραφικό προσδιορισμό που πλήττει μεν τη δικιά μας Μακεδονία όμως δεν κατοχυρώνει περαιτέρω δικαιώματα στους Σκοπιανούς. Από την άλλη έχουμε τα Σκόπια όπου η επίσημη εκλεγμένη πολιτική ηγεσία –και όχι ακραία στοιχεία όπως αρέσκονται μερικοί να λένε όταν σχολιάζουν τέτοιους είδους απόψεις- υποστηρίζει έναν προκάτ αλυτρωτισμό με απώτερο στόχο όχι την ειρηνική συνύπαρξη αλλά την αλλαγή των συνόρων.
Αυτό είναι και το διακύβευμα για τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Δυστυχώς, εδώ που φτάσαμε μετά από είκοσι χρόνια χωρίς συνεπή εξωτερική πολιτική στο θέμα, το όνομα της Μακεδονίας θα διαμοιραστεί –κόντρα στο δάκρυ του αείμνηστου Κ. Καραμανλή και το εμπάργκο του Αν. Παπανδρέου. Όμως, αλίμονο εάν διολισθήσει πέρα από την κόκκινη γραμμή που πέτυχε η κυβέρνηση της ΝΔ και χάσει τη μάχη της εθνικότητας και της γλώσσας. Σε μια τέτοια απευκτέα περίπτωση, οι Σκοπιανοί τυχοδιώκτες θα θεμελιώσουν νέα, ακόμη πιο επικίνδυνα, δικαιώματα.
Εχθρός το κομματικό κράτος, όχι οι συμβασιούχοι
Γιορτή της Σημαίας σήμερα και φέτος φαίνεται ότι οι φίλοι μας οι Αλβανοί δεν πήραν καλούς βαθμούς και δεν είχαμε Αλβανάκια σημαιοφόρους. Ή η κοινωνία μας δεν είναι πια… ρατσιστική ή τα κανάλια δεν έχουν χρόνο για τέτοια. Μπροστά στης ΝΔ τα κάλη και στου Γιώργου το μαγκάλι, το θέμα δεν είναι πια η ελληνική σημαία. Εξάλλου, όλοι πια γίνανε λίγο πιο καρατζαφέρηδες, υιοθετώντας ασμένως μέχρι πρότινος «ρατσιστικές» πολιτικές όπως π.χ. η διαχείριση της λαθρομετανάστευσης, το νέο δόγμα της Ελληνικής Αστυνομίας, την καρατόμηση των stage και των συμβασιούχων έργου στο όνομα του… κράτους δικαίου κλπ.
Το ερώτημα φέτος είναι: θα κάνει σημαία του το ΠΑΣΟΚ την αξιοκρατία; Γιατί από τα πρώτα δείγματα πολλοί το αμφισβητούν. «Κόβει» με τη μία «απασχολούμενους» και εργαζόμενους των 400 ευρώ και των 700 ευρώ, στο όνομα μιας αξιοκρατίας την οποία αμφισβητεί η ίδια η κυβέρνηση με την κίνηση αυτή. Αφήνει να πλανάται η «βεβαιότητα» ότι πρόκειται για «γαλάζια παιδιά» τα οποία θα πρέπει να ντρέπονται επειδή εργάστηκαν όπου βρήκαν επί ΝΔ! Σαφώς υπάρχουν και βολεμένοι, όμως πως μπορείς να αδικήσεις όσους δεν βολεύτηκαν με πράσινα ή γαλάζια σαλιαρίσματα αλλά πάλεψαν για να σπάσει η αθλιότητα;
Αν πραγματικά η κυβέρνηση ήθελε να σηκώσει τη σημαία της αξιοκρατίας, θα έπρεπε να τα βάλει όχι με τους εργαζόμενους αλλά με το κομματικό κράτος, δηλαδή με τον εαυτό της. Εκείνο που δεν τόλμησε κανείς να το πειράξει, ούτε συνδικαλιστές ούτε ΓΣΕΕ, θαρρείς και δεν γνώριζαν την αθλιότητα που ξεκίνησε από το 1997 (και τώρα οι εργατοπατέρες της Αριστεράς μοιάζουν απρόθυμοι να υπερασπίσουν τους συμβασιούχους «των άλλων»). Αν μη τι άλλο η κυβέρνηση θα όφειλε να έχει έτοιμο το πακέτο που θα εξοστράκιζε τα ρουσφέτια, δηλαδή να σταματήσει τις συμβάσεις όταν λήξουν αλλά ταυτόχρονα προκηρύξει θέσεις μέσω ΑΣΕΠ συνυπολογίζοντας προϋπηρεσία (δηλαδή εργασιακή εμπειρία) αναλόγως με το χρόνο εργασίας.
Το ερώτημα φέτος είναι: θα κάνει σημαία του το ΠΑΣΟΚ την αξιοκρατία; Γιατί από τα πρώτα δείγματα πολλοί το αμφισβητούν. «Κόβει» με τη μία «απασχολούμενους» και εργαζόμενους των 400 ευρώ και των 700 ευρώ, στο όνομα μιας αξιοκρατίας την οποία αμφισβητεί η ίδια η κυβέρνηση με την κίνηση αυτή. Αφήνει να πλανάται η «βεβαιότητα» ότι πρόκειται για «γαλάζια παιδιά» τα οποία θα πρέπει να ντρέπονται επειδή εργάστηκαν όπου βρήκαν επί ΝΔ! Σαφώς υπάρχουν και βολεμένοι, όμως πως μπορείς να αδικήσεις όσους δεν βολεύτηκαν με πράσινα ή γαλάζια σαλιαρίσματα αλλά πάλεψαν για να σπάσει η αθλιότητα;
Αν πραγματικά η κυβέρνηση ήθελε να σηκώσει τη σημαία της αξιοκρατίας, θα έπρεπε να τα βάλει όχι με τους εργαζόμενους αλλά με το κομματικό κράτος, δηλαδή με τον εαυτό της. Εκείνο που δεν τόλμησε κανείς να το πειράξει, ούτε συνδικαλιστές ούτε ΓΣΕΕ, θαρρείς και δεν γνώριζαν την αθλιότητα που ξεκίνησε από το 1997 (και τώρα οι εργατοπατέρες της Αριστεράς μοιάζουν απρόθυμοι να υπερασπίσουν τους συμβασιούχους «των άλλων»). Αν μη τι άλλο η κυβέρνηση θα όφειλε να έχει έτοιμο το πακέτο που θα εξοστράκιζε τα ρουσφέτια, δηλαδή να σταματήσει τις συμβάσεις όταν λήξουν αλλά ταυτόχρονα προκηρύξει θέσεις μέσω ΑΣΕΠ συνυπολογίζοντας προϋπηρεσία (δηλαδή εργασιακή εμπειρία) αναλόγως με το χρόνο εργασίας.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Karfitsa" στις 27/10/2009.
Κάλλιο γκόλντεν μπόι παρά υπουργός
Την επομένη των δηλώσεων του Γιώργου Παπανδρέου στη Βουλή για τις αμοιβές των γκόλντεν μπόις, σε μεγάλο ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης είχε αναπτυχθεί πολύ ενδιαφέρων διάλογος με τους ακροατές. Υπήρχαν πολίτες που θεωρούσαν δικαιολογημένο να αμείβεται ο διοικητής μιας εταιρείας όπως η ΔΕΗ ή η Εθνική Τράπεζα με 500-600 χιλιάρικα ευρώ το χρόνο, άσχετα αν οι ίδιοι ήταν μεροκαματιάρηδες! Κάποιοι συνέδεαν την αμοιβή με την κερδοφορία, κατά τα πρότυπα των πολυεθνικών εταιριών, μόνο που οι δικές μας εδώ δεν είναι πολυεθνικές και οι «μάνατζερς» δεν είναι παρά διορισμένοι κομματικοί.
Τα γκόλντεν μπόις των ΝΠΔΔ με τις υπέρογκες αμοιβές είναι μία ακόμη από τις στρεβλώσεις στη βάση των οποίων προσπαθεί να λειτουργήσει το ελληνικό κράτος. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας αμείβεται με Χ ευρώ το χρόνο, δεν μπορεί ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ να αμείβεται με 3Χ ευρώ το χρόνο. Όταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παίρνει ως αποζημίωση Ψ ευρώ το χρόνο, δεν είναι δυνατόν ο επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας να παίρνει 4Ψ.
Τα γκόλντεν μπόις των ΝΠΔΔ με τις υπέρογκες αμοιβές είναι μία ακόμη από τις στρεβλώσεις στη βάση των οποίων προσπαθεί να λειτουργήσει το ελληνικό κράτος. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας αμείβεται με Χ ευρώ το χρόνο, δεν μπορεί ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ να αμείβεται με 3Χ ευρώ το χρόνο. Όταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παίρνει ως αποζημίωση Ψ ευρώ το χρόνο, δεν είναι δυνατόν ο επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας να παίρνει 4Ψ.
Τα πράγματα είναι απλά. Στην ιεραρχία των αξιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί και ιεραρχία αμοιβών –ή έστω ιεραρχική ισορροπία αμοιβών. Σε διαφορετική περίπτωση, πως ο διευθύνων σύμβουλος του τάδε Οργανισμού θα ακούσει το νομάρχη, το δήμαρχο, τον βουλευτή; Πως θα ακούσει και θα ασχοληθεί με τα αιτήματα των πολιτών; Απλά, δεν θα το κάνει. Θα νοιάζεται μόνο για το κλειστό συμβόλαιό του, που κι αν «σπάσει» θα του αποφέρει τεράστια αποζημίωση. Κάπως έτσι απομακρύνεται το κράτος και η πολιτική από τον κόσμο και μετά τα επιτελεία ψάχνουν να βρούνε πως έπιασαν 10,5%...
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Karfitsa" στις 23/10/2009.
Εδώ θέλει μαγκιά
Εκεί που περιμέναμε να ανοίξει θέμα για τις συμβάσεις έργου στο Δημόσιο Τομέα, από την προεκλογική περίοδο ακόμη, άνοιξε μετεκλογικά θέμα για τα stage! Κι ας περιμένουν εκατοντάδες χιλιάδες συμβασιούχοι – όμηροι της κρατικής παρανομίας μια λύση εδώ και χρόνια.
Δίκιο έχουν και τα stage, δε λέω, όμως η όλη διαχείριση προδίδει επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Αρκούσε να ανακαλύψουν τα τηλεοπτικά κανάλια ότι κάπου υπάρχουν κάποια σκλαβάκια που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί προσδοκώντας σε προϋπηρεσίες που θα φανούν χρήσιμες σε προκηρύξεις κλπ κλπ που ποτέ δεν θα γίνουν κλπ κλπ. Δηλαδή, εμπόριο ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο που ούτως ή άλλως φαντάζει απελπισία…
Δίκιο έχουν και τα stage, δε λέω, όμως η όλη διαχείριση προδίδει επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Αρκούσε να ανακαλύψουν τα τηλεοπτικά κανάλια ότι κάπου υπάρχουν κάποια σκλαβάκια που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί προσδοκώντας σε προϋπηρεσίες που θα φανούν χρήσιμες σε προκηρύξεις κλπ κλπ που ποτέ δεν θα γίνουν κλπ κλπ. Δηλαδή, εμπόριο ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο που ούτως ή άλλως φαντάζει απελπισία…
Όμως το πρόβλημα είναι τεράστιο, βαθιά κοινωνικό, για να αρκεστούμε σε επικοινωνιακού τύπου χειρισμούς, έχοντας επίσης υπόψη ότι οι στρεβλώσεις δε λύνονται με νέες στρεβλώσεις. Είναι ένα πολιτικό πρόβλημα που ζητά πολιτική λύση. Στο κάτω κάτω η πολιτική υπερβαίνει οικονομικά στοιχεία, καμιά φορά και νομικές διατάξεις. Αν δεν το κάνει δεν είναι πολιτική, είναι διαχείριση.
Το ζήτημα είναι υπάρχει η πολιτική βούληση για να λυθεί άπαξ διά παντός το πρόβλημα; Υπάρχει η δημοσιονομική ικανότητα από πλευράς πολιτείας ώστε να μονιμοποιηθούν τόσες χιλιάδες εργαζόμενοι όσες απαιτούνται για να λειτουργήσει στοιχειωδώς η κρατική μηχανή; Μακάρι να καταργηθούν τα stage και συμβάσεις έργου και αντί αυτών να έχουμε μερικές χιλιάδες κανονικές προσλήψεις με διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ.
Θα συγκρουστεί ο ρουσφετολογικός παλαιοκομματισμός με μια αντίληψη –επιτέλους- σοβαρής οργάνωσης του κράτους; Θα πάψει επιτέλους η συντήρηση των πελατειακών σχέσεων υπέρ της αξιοκρατικής αξιολόγησης; Εδώ θα φανεί το σχέδιο, η πρόθεση, η ικανότητα. Εδώ, λοιπόν, θέλει μαγκιά.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Karfitsa" στις 22/10/2009.
Μάθημα ηγεσίας
.
Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 1940. Τρίτη μέρα του πολέμου. Τα στρατεύματά μας δεν έχουν περάσει ακόμη στην αντεπίθεση. Οι Ιταλοί διατηρούν την πρωτοβουλία. Στον παραλιακό τομέα και στην Πίνδο προχωρούν. Μόνο στο κέντρο, στην γραμμή Καλαμάς-Καλπάκι έχουν αναχαιτισθεί. Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς καλεί, στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία") τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και "κεκλεισμένων των θυρών" τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την φασιστική Ιταλία...
Ἰδιόγραφο σημείωμα τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ
Κύριοι, Έχω λογοκρισίαν [1] και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι' αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Θα σας ειπώ τα πάντα. Θα σας ειπώ ακόμη και τα μεγάλα μου πολιτικά μυστικά. Θέλω vα ξέρετε και σεις όλα τα σχετικά με την εθνικήν μας περιπέτεια ώστε να γράφετε, όχι συμμορφούμενοι προς τας οδηγίας μου, αλλά εμπνεόμενοι εις την προσωπική σας πίστιν από την γνώσιν των πραγμάτων. Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ' οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον. Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη διά τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας...
Mη νομίσητε ότι...
η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε.
Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι [2] ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι' όλων των μέσων. Συγχρόνως όμως μου ήρχοντο από την Ρώμην, από την Βουδαπέστην, από τα Τίρανα, από παντού πληροφορίαι αντίθετοι [3].
Εις τας 15 Αυγούστου έγινεν ο τορπιλλισμός της ΕΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ότι από την πρώτην στιγμήν διεπιστώθη ότι το έγκλημα ήτο Ιταλικόν. Εν τούτοις δεν επετρέψαμεν να γνωσθή ότι είχομεν και τας υλικάς πλέον αποδείξεις περί της εθνικότητος του εγκληματίου [4]. Συγχρόνως όμως διέταξα τα αντιτορπιλικά τα οποία συνώδευον τα πλοία που μετέφερον τους προσκηνητάς από την Τήνον μετά το έγκλημα, άν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε άλλως να κάμουν αμέσως χρήσιν των όπλων των.
Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ, η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το πάν διά να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ' ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου. Σεις καλύτερον παντος άλλου γνωρίζετε ότι έκαμα το πάν διά να μη δώσωμεν αφορμήν εμφανίσεως της Ιταλίας ως δυναμένης να έχη ευλογοφανείς καν αφορμάς αιτιάσεων. Λόγω του επαγγέλματός σας έχετε παρακολουθήσει εις όλες τις λεπτομέρειες την ιστορίαν των ατελειώτων ιταλικών προκλήσεων δημοσιογραφικών και άλλων, αλλά και την χριστιανικήν υπομονήν την οποίαν ετηρίσαμεν, προσποιούμενοι ότι δεν τις καταλαβαίνουμε, περιοριζόμενοι μόνον σε δημοσιογραφικάς ανασκευάς των ιταλικών εναντίον μας κατηγοριών [5].
Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πώς καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τοv τόπον από αυτόν έστω και διά παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατευθυνσιν τον Άξονος μου έδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορουσε να είναι μία εκουσία προσχώρησιν της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν" [6]. Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ "ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος".
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως "ασήμαντοι" εμπρός εις τα "οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα" τα οποία θα είχεν διά την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι' όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώση την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν.
Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις oτι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν". Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορουσε να είναι αύτο το έλάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς [7].
Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των.
Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυψεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, άλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ' ας ειχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή η ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόv εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος διά τόν Άξονα να τας χρησιμοποιήση.
Δεν δύναμαι αφ' ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών και να μην αναγνωρίσω, ότι όταν ένας λαός, όπως ο αγγλικός, αμύνεται διά την ζωήν του, θα ήτο πλήρως δικαιολογημένος να κάνη τα ανωτέρω. Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία διά vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ' εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο διά την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες [8]. Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα διά να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.
Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν.
Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. Η τρίτη αυτή Ελλάς, η "Δημοκρατική" θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της "δευτέρας" Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της.
Έζησα κύριοι την περίοδον του Εθνικού Διχασμού που εδημιουργήθη το 1916 όταν από την κατάστασιν εκείνην προέκυψαν δύο Ελλάδες, η των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνον από μίαν νέαν διαίρεσιν της Ελλάδος προκύπτουσαν συνεπεία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, όπως η διαίρεσις του 1916 πρέκυψε συνεπεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μίαν νέαν διαίρεσιν μάλιστα πολύ τραγικωτέραν, διότι όπως την εσκιαγράφησα δεν θα είναι καν διχασμός, αλλά τριχοτομισμός. Toν κίνδυνον αυτόν τον θεωρώ κύριοι, διά το Έθνος και το μέλλον του ασυγκρίτως χειρότερον από τον πόλεμον, έστω και αυτόν τον πόλεμον, από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη ακόμη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας.
Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορεί να νικήσουν. Υπάρχουν πολλά εμπόδια.
Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μη προκαλέση, μεν, με κανένα τρόπο κανένα, αλλά και με κανένα τρόπο να μη υποκύψη. Προ παντός είναι αποφασισμένη να υπερασπίση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ήδη δε, η απόφασίς της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, χάρισαν στον τόπο και στον λαό μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του: Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον λαόν την απόλυτη ψυχική, και πανεθνική ένωσί του [9]. Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες που προδικάζουν την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των Γερμανών. Είναι σύμμαχος των Άγγλων [10]. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και τώρα όπως και τότε, αλλ' εν πάση περιπτώσει αυτήν την εποχήν τουλάχιστον προς το παρόν δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Άξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος διά την Γερμανίαν η νίκη θα ήτο εν πάση περιπτώσει δυνατή μόνο με κοσμοκρατορίαν.
Αλλ' η κοσμοκρατορία διά την Γερμανίαν κατέστη οριστικά αδύνατος στην Δουνκέρκη[11]. Ο πόλεμος διά τον Άξονα έχει χαθή, από την στιγμήν που η Αγγλία διεκήρυξε: "Θα πολεμήσωμεν έστω και μόνον εις το νησί μας και πέραν των θαλασσών, θα πολεμήσωμεν μέχρι της νίκης" [12]. Αλλά επί πλέον και ημείς οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζωμεν ότι δεν πολεμούμεν μόνον διά την νίκην, αλλά και διά την δόξαν [13]. Δεν ξέρω αν κανείς αντιβενιζελικός από σας είναι πάντοτε αδιάλλακτος. "Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε", απήντησεν ο παριστάμενος παλαίμαχος και αδιάλλακτος αρθρογράφος του αντιβενιζελικού τύπου κ. Κρανιωτάκης [14].
Λοιπόν ακούστε διά να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκαμα το παν διά να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών. Ήδη μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της δυνάμεως, διά την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως και διά την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει. Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχομεν μόνον ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς διά την Αγγλίαν, της οποίας άλλως τε η μεταπολεμική, πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών, είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών [15]. Αλλά τας ευθύνας της αυτάς η Αγγλία τας αποδίδει σήμερον με την υπερήφανον αποφαστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Διά την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι δική της. Θα είναι νίκη του Αγγλοσαξωνικού κόσμου, απέναντι του οποίου η Γερμανία, η οποία αφού έως τώρα δεν ηδυνήθη να επιτύχη οριστικόν αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη να συντριβή. Διότι από τώρα και πέρα ο ορίζων δεν πρέπει να θεωρήται διά τον Άξονα ανέφελος ούτε προς Ανατολάς και η Ανατολή είναι πάντοτε μυστηριώδης [16]. Πάντοτε ήτο, αλλά σήμερον υπέρ ποτέ είναι γεμάτη απρόοπτα και μυστήριο. Τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν. Και θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά διά την νίκην. Πολεμά διά την Δόξαν. Και διά την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της.
Η Ιταλία είναι μεγάλη δύναμις, όταν δε προχθές έγινεν η πρώτη αεροπορική επιδρομή, ομολογώ ότι με έκπληξιν ήκουσα εις σχετικήν ερώτησίν μου την απάντησιν, ότι τα επιδραμόντα αεροπλάνα ήσαν μόνον ιταλικά [17]. Αυτό φθάνει να σας δώση να καταλάβετε με ποιες ιδέες μπήκα στον πόλεμο. Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο ελληνικός λαός θα ήτο αδύνατον να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. Διότι είναι ελεύθερος και απερίσπαστος εις την φυσικήν ευθυκρισίαν και υπερηφάνειαν, εφ' όσον δεν εδόθη ευκαιρία να θολωθή η κρίσις του δι' αγοραίων θορύβων και παραπλανητικών εκστρατειών. Εκάμαμεν ότι ήτο δυνατόν διά να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσωμεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της ιταλικής ενέδρας εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον. Δεν σας κρύβω κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίαι μεγάλαι. Διά να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην διά παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας, ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μην κάμω την επιστράτευσιν, όταν από καιρού την εζήτησε και εξηκολούθησεν επανειλημμένως να μού την ζητά το Επιτελείον... [18]
Ο ιταλικός όγκος λοιπόν ευρήκεν απέναντι του δυνάμεις πάρα πολύ ασθενείς, τουλάχιστον διά την κρούσιν των πρώτων ημερών. Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος. Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσητε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον Στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως, ότι και αν αισθάνεσθε δι' αυτήν. Πρέπει να πιστεύσητε σεις διά να μπορέσετε να μεταδώσητε την πίστιν εις το κοινόν σας, μολονότι αυτήν την φοράν έχομεν όλοι μας να πάρωμεν από τον Ελληνικόν λαόν, και από το απερίγραπτον θάρρος του και όχι να του δώσωμεν.
Θέλω ακόμη να σας ειπώ κάτι. Ξέρω με βεβαιότητα ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον εις τας εφημερίδας, ανακοινωθέν από του Υπουργείου Εξωτερικών [19]. Λοιπόν επειθυμώ να σας τονίσω τούτο: εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές. Και κάτι άλλο. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν...
Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 1940. Τρίτη μέρα του πολέμου. Τα στρατεύματά μας δεν έχουν περάσει ακόμη στην αντεπίθεση. Οι Ιταλοί διατηρούν την πρωτοβουλία. Στον παραλιακό τομέα και στην Πίνδο προχωρούν. Μόνο στο κέντρο, στην γραμμή Καλαμάς-Καλπάκι έχουν αναχαιτισθεί. Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς καλεί, στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία") τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και "κεκλεισμένων των θυρών" τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την φασιστική Ιταλία...
Ἰδιόγραφο σημείωμα τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ
Κύριοι, Έχω λογοκρισίαν [1] και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι' αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Θα σας ειπώ τα πάντα. Θα σας ειπώ ακόμη και τα μεγάλα μου πολιτικά μυστικά. Θέλω vα ξέρετε και σεις όλα τα σχετικά με την εθνικήν μας περιπέτεια ώστε να γράφετε, όχι συμμορφούμενοι προς τας οδηγίας μου, αλλά εμπνεόμενοι εις την προσωπική σας πίστιν από την γνώσιν των πραγμάτων. Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ' οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον. Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη διά τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας...
Mη νομίσητε ότι...
η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε.
Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι [2] ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι' όλων των μέσων. Συγχρόνως όμως μου ήρχοντο από την Ρώμην, από την Βουδαπέστην, από τα Τίρανα, από παντού πληροφορίαι αντίθετοι [3].
Εις τας 15 Αυγούστου έγινεν ο τορπιλλισμός της ΕΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ότι από την πρώτην στιγμήν διεπιστώθη ότι το έγκλημα ήτο Ιταλικόν. Εν τούτοις δεν επετρέψαμεν να γνωσθή ότι είχομεν και τας υλικάς πλέον αποδείξεις περί της εθνικότητος του εγκληματίου [4]. Συγχρόνως όμως διέταξα τα αντιτορπιλικά τα οποία συνώδευον τα πλοία που μετέφερον τους προσκηνητάς από την Τήνον μετά το έγκλημα, άν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε άλλως να κάμουν αμέσως χρήσιν των όπλων των.
Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ, η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το πάν διά να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ' ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου. Σεις καλύτερον παντος άλλου γνωρίζετε ότι έκαμα το πάν διά να μη δώσωμεν αφορμήν εμφανίσεως της Ιταλίας ως δυναμένης να έχη ευλογοφανείς καν αφορμάς αιτιάσεων. Λόγω του επαγγέλματός σας έχετε παρακολουθήσει εις όλες τις λεπτομέρειες την ιστορίαν των ατελειώτων ιταλικών προκλήσεων δημοσιογραφικών και άλλων, αλλά και την χριστιανικήν υπομονήν την οποίαν ετηρίσαμεν, προσποιούμενοι ότι δεν τις καταλαβαίνουμε, περιοριζόμενοι μόνον σε δημοσιογραφικάς ανασκευάς των ιταλικών εναντίον μας κατηγοριών [5].
Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πώς καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τοv τόπον από αυτόν έστω και διά παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατευθυνσιν τον Άξονος μου έδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορουσε να είναι μία εκουσία προσχώρησιν της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν" [6]. Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ "ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος".
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως "ασήμαντοι" εμπρός εις τα "οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα" τα οποία θα είχεν διά την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι' όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώση την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν.
Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις oτι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν". Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορουσε να είναι αύτο το έλάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς [7].
Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των.
Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυψεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, άλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ' ας ειχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή η ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόv εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος διά τόν Άξονα να τας χρησιμοποιήση.
Δεν δύναμαι αφ' ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών και να μην αναγνωρίσω, ότι όταν ένας λαός, όπως ο αγγλικός, αμύνεται διά την ζωήν του, θα ήτο πλήρως δικαιολογημένος να κάνη τα ανωτέρω. Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία διά vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ' εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο διά την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες [8]. Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα διά να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.
Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν.
Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. Η τρίτη αυτή Ελλάς, η "Δημοκρατική" θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της "δευτέρας" Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της.
Έζησα κύριοι την περίοδον του Εθνικού Διχασμού που εδημιουργήθη το 1916 όταν από την κατάστασιν εκείνην προέκυψαν δύο Ελλάδες, η των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνον από μίαν νέαν διαίρεσιν της Ελλάδος προκύπτουσαν συνεπεία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, όπως η διαίρεσις του 1916 πρέκυψε συνεπεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μίαν νέαν διαίρεσιν μάλιστα πολύ τραγικωτέραν, διότι όπως την εσκιαγράφησα δεν θα είναι καν διχασμός, αλλά τριχοτομισμός. Toν κίνδυνον αυτόν τον θεωρώ κύριοι, διά το Έθνος και το μέλλον του ασυγκρίτως χειρότερον από τον πόλεμον, έστω και αυτόν τον πόλεμον, από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη ακόμη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας.
Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορεί να νικήσουν. Υπάρχουν πολλά εμπόδια.
Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μη προκαλέση, μεν, με κανένα τρόπο κανένα, αλλά και με κανένα τρόπο να μη υποκύψη. Προ παντός είναι αποφασισμένη να υπερασπίση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ήδη δε, η απόφασίς της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, χάρισαν στον τόπο και στον λαό μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του: Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον λαόν την απόλυτη ψυχική, και πανεθνική ένωσί του [9]. Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες που προδικάζουν την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των Γερμανών. Είναι σύμμαχος των Άγγλων [10]. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και τώρα όπως και τότε, αλλ' εν πάση περιπτώσει αυτήν την εποχήν τουλάχιστον προς το παρόν δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Άξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος διά την Γερμανίαν η νίκη θα ήτο εν πάση περιπτώσει δυνατή μόνο με κοσμοκρατορίαν.
Αλλ' η κοσμοκρατορία διά την Γερμανίαν κατέστη οριστικά αδύνατος στην Δουνκέρκη[11]. Ο πόλεμος διά τον Άξονα έχει χαθή, από την στιγμήν που η Αγγλία διεκήρυξε: "Θα πολεμήσωμεν έστω και μόνον εις το νησί μας και πέραν των θαλασσών, θα πολεμήσωμεν μέχρι της νίκης" [12]. Αλλά επί πλέον και ημείς οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζωμεν ότι δεν πολεμούμεν μόνον διά την νίκην, αλλά και διά την δόξαν [13]. Δεν ξέρω αν κανείς αντιβενιζελικός από σας είναι πάντοτε αδιάλλακτος. "Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε", απήντησεν ο παριστάμενος παλαίμαχος και αδιάλλακτος αρθρογράφος του αντιβενιζελικού τύπου κ. Κρανιωτάκης [14].
Λοιπόν ακούστε διά να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκαμα το παν διά να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών. Ήδη μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της δυνάμεως, διά την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως και διά την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει. Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχομεν μόνον ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς διά την Αγγλίαν, της οποίας άλλως τε η μεταπολεμική, πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών, είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών [15]. Αλλά τας ευθύνας της αυτάς η Αγγλία τας αποδίδει σήμερον με την υπερήφανον αποφαστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Διά την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι δική της. Θα είναι νίκη του Αγγλοσαξωνικού κόσμου, απέναντι του οποίου η Γερμανία, η οποία αφού έως τώρα δεν ηδυνήθη να επιτύχη οριστικόν αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη να συντριβή. Διότι από τώρα και πέρα ο ορίζων δεν πρέπει να θεωρήται διά τον Άξονα ανέφελος ούτε προς Ανατολάς και η Ανατολή είναι πάντοτε μυστηριώδης [16]. Πάντοτε ήτο, αλλά σήμερον υπέρ ποτέ είναι γεμάτη απρόοπτα και μυστήριο. Τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν. Και θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά διά την νίκην. Πολεμά διά την Δόξαν. Και διά την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της.
Η Ιταλία είναι μεγάλη δύναμις, όταν δε προχθές έγινεν η πρώτη αεροπορική επιδρομή, ομολογώ ότι με έκπληξιν ήκουσα εις σχετικήν ερώτησίν μου την απάντησιν, ότι τα επιδραμόντα αεροπλάνα ήσαν μόνον ιταλικά [17]. Αυτό φθάνει να σας δώση να καταλάβετε με ποιες ιδέες μπήκα στον πόλεμο. Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο ελληνικός λαός θα ήτο αδύνατον να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. Διότι είναι ελεύθερος και απερίσπαστος εις την φυσικήν ευθυκρισίαν και υπερηφάνειαν, εφ' όσον δεν εδόθη ευκαιρία να θολωθή η κρίσις του δι' αγοραίων θορύβων και παραπλανητικών εκστρατειών. Εκάμαμεν ότι ήτο δυνατόν διά να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσωμεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της ιταλικής ενέδρας εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον. Δεν σας κρύβω κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίαι μεγάλαι. Διά να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην διά παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας, ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μην κάμω την επιστράτευσιν, όταν από καιρού την εζήτησε και εξηκολούθησεν επανειλημμένως να μού την ζητά το Επιτελείον... [18]
Ο ιταλικός όγκος λοιπόν ευρήκεν απέναντι του δυνάμεις πάρα πολύ ασθενείς, τουλάχιστον διά την κρούσιν των πρώτων ημερών. Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος. Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσητε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον Στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως, ότι και αν αισθάνεσθε δι' αυτήν. Πρέπει να πιστεύσητε σεις διά να μπορέσετε να μεταδώσητε την πίστιν εις το κοινόν σας, μολονότι αυτήν την φοράν έχομεν όλοι μας να πάρωμεν από τον Ελληνικόν λαόν, και από το απερίγραπτον θάρρος του και όχι να του δώσωμεν.
Θέλω ακόμη να σας ειπώ κάτι. Ξέρω με βεβαιότητα ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον εις τας εφημερίδας, ανακοινωθέν από του Υπουργείου Εξωτερικών [19]. Λοιπόν επειθυμώ να σας τονίσω τούτο: εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας διά τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές. Και κάτι άλλο. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
