Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

«Δεν ήταν αρπαγή η κάθοδος στο Πασαλιμάνι»

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΔΑΣ ΜΙΛΑ ΣΤΟ «ΚΕΝΤΡΙ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΟ ΠΟΛΥΣΥΖΗΤΗΜΕΝΗ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΥ ΣΤΕΡΩΜΑΤΟΣ

Κούδας – ΠΑΟΚ σημειώσατε «Χ» και ο «Μεγαλέξανδρος» του ελληνικού ποδοσφαίρου σχολιάζει πως από την κυριαρχία του ΠΟΚ φτάσαμε στην «επανάσταση» της Τούμπας



Εκεί που μιλούσαμε, εγώ μπρος κι εκείνος πίσω από το γραφείο του, σηκώνεται από την καρέκλα του, κάνει μια τον ώμο του δεξιά, δίνει μια κεφαλιά και κοντρολάρει με το πόδι. Χωρίς μπάλα. Μια παντομίμα της μεγάλης του τέχνης. Με σκέρτσο περίσσιο, όπως τότε στα γήπεδα, όπως τώρα ονομάζεται η εταιρία του. Ο Γιώργος Κούδας μίλησε στο «Κεντρί» και γύρισε πίσω στο 1958, στα χρόνια της Λαχαναγοράς, στη «γωνιά της προπόνησης» στην Αγιά Βαρβάρα, για να μου δείξει πως 12χρονος τότε πιτσιρικάς στόπαρε τη μπάλα με το στήθος όταν του την πέταξε ο Αυστριακός Βίλι Σέφσκι, καθώς τον τεστάριζε για να τον πάρει στον ΠΑΟΚ. Λίγη ώρα αργότερα υπέγραφε το πρώτο του δελτίο στον Δικέφαλο του Βορρά. Γύρισε πίσω, εκεί που ο χρόνος τον έχρισε Μεγαλέξανδρο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Εκεί που ξεκινούσε η ποδοσφαιρική «επανάσταση» της ελληνικής περιφέρειας έναντι του ακαταμάχητου τότε ΠΟΚ. Άνοιξε το προσωπικό του αρχείο και μας παραχώρησε αδημοσίευτες φωτογραφίες από τη ζωή του.
Στη συνάντησή μας, με το «καλημέρα» ο Γ. Κούδας μπήκε στο ψητό, άρχισε να μιλάει για τις προσπάθειες των βετεράνων να βοηθήσουν τον ΠΑΟΚ. Πάθος γαρ. Και καημός. Γρήγορα έβαλε μπροστά τη μηχανή του χρόνου. Άλλωστε δεν ήταν ούτε δύσκολο ούτε ανιαρό, σαρανταοκτώ χρόνια ζωή ταυτισμένη με τον Δικέφαλο Αετό είναι αυτή. Εξάλλου, όταν ο Κούδας μιλάει για τον ΠΑΟΚ, είναι σα να περιαυτολογεί…

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΕΛΤΙΟ
Ήταν 23 Νοεμβρίου 1946. Ο σερβιτόρος Γιάννης Κούδας και η σύζυγός του Ελευθερία, έφερναν στον κόσμο το δεύτερό τους γιο. Ο Θανάσης γεννήθηκε το 1942 και τώρα ο Γιώργος σ’ ένα φτωχικό πίσω από το δημοτικό νοσοκομείο, στον Άγιο Παύλο. Ο πατέρας του Γιώργου, γεννημένος στον Άγιο Παύλο Καλλικράτειας, ήταν υιοθετημένος από τον Κούδα, που είχε τον «Κόκκινο Φούρνο» στο Κουλέ Καφέ. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κοντογιάννης («Πέρασαν περίπου πενήντα χρόνια για να ξανασμίξει με τ' αδέρφια του, τότε μέναμε στην οδό Φιλίππου»).
Λίγο αργότερα, το 1954, ο Γιώργος είχε ήδη αρχίσει τις ντρίπλες στην πλατεία της Παλιάς Λαχαναγοράς όταν γεννήθηκε η αδελφή του η Ευδοξία.
Τα νυχτερινά ματς εκείνων των χρόνων στα μάρμαρα της πλατείας Διοικητηρίου, στην πλατεία όπου εδώ και 15 χρόνια τη «χάλασαν» οι αρχαιότητες, έγραψαν ιστορία για τους πιτσιρικάδες της εποχής. «Με ποιους παίζατε μπάλα εκείνα τα χρόνια;» ρωτήσαμε τον Γ. Κούδα. «Άμα σου πω ονόματα… Κλεάνθης Γρίβας, Ψωμιάδηδες, Λυσσαρίδης, Κωστάκης Παπαϊωάννου, Γρηγόρης Ζαφειρίδης, Σταύρος Μαρτάκης, Ψωμάς… Πολλά ταλέντα! Κι εδώ άρχισαν οι συγκρούσεις με τον πατέρα μου που μου ‘λεγε ότι από το ποδόσφαιρο δεν είδε κανείς χαΐρι. Πολλοί παράτησαν τη μπάλα για να σπουδάσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γιώργος ο Λυσαρίδης, ο οποίος αν και ήταν πολύ μεγάλο ταλέντο, πήγε πανεπιστήμιο κι έγινε καθηγητής».
«Κάποια μέρα, λοιπόν, στην πλατεία της Παλιάς Λαχαναγοράς με είδε ο κυρ Πρόδρομος, ένας Πόντιος που δεν ζει πια, και με πήγε στον ΠΑΟΚ, στο γήπεδο της Τούμπας που τότε θεμελιωνόταν. Την πρώτη φορά ο Σέφσκι δεν με διάλεξε. Εγώ στεναχωρέθηκα. Ξέρετε, για να πας έπρεπε να πληρώσεις το εισιτήριο του λεωφορείου, περίπου 70 λεπτά.
»Την άλλη μέρα ο κυρ Πρόδρομος με ξαναπήγε στην Τούμπα. Η προπόνηση γινόταν σ’ ένα χώρο δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα φορούσα ένα παπούτσι ελβιέλα αρκετά μεγαλύτερο από το νούμερό μου -είχα και μικρό πόδι! Ο Σέφσκι με επέλεξε. Μετά την επιλογή μας έκανε δύο ομάδες και παίξαμε δίτερμα. Ύστερα ήρθε ο φωτογράφος, έστησε τον τρίποδα, έβγαλε φωτογραφία και ο συγχωρεμένος Βασίλης Σιδηρόπουλος που ήταν το κουμάντο στα γραφεία του ΠΑΟΚ («γενικών καθηκόντων»), μου λέει: «Σπάσε μια υπογραφούλα». Εγώ βάζω την υπογραφή και μου λέει «καπάντζα!», που σήμαινε παγίδα. Έτσι πιάστηκε ο Κούδας στην φάκα του ΠΑΟΚ»! Έτσι ξεκίνησε και ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το παρατσούκλι του βασιλιά της αρχαίας Μακεδονίας «κόλλησε» στον Κούδα άγνωστο από ποιον. Ο ίδιος εκτιμά ότι παρομοίαζαν τις εκστρατείες εκπολιτισμού του Μεγαλέξανδρου «με την δική μας επανάσταση που έφερε έναν νέο πολιτισμό στο ποδόσφαιρο».
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1959 εγκαινιάζεται το γήπεδο της Τούμπας από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. «Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην Τούμπα» έλεγε η χαρακτηριστική διαφήμιση των ζαχαροπλαστείων Φλόκα που είχαν αναλάβει το κυλικείο του γηπέδου. Το 1963, στα 17 του χρόνια, ο Κούδας παίζει πια στην Α’ Εθνική Κατηγορία.

Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ
Μια ματιά στα διαδικτυακά blogs δείχνει ότι η υπόθεση της μεταγραφής στον Ολυμπιακό ακόμη απασχολεί έντονα τους φιλάθλους, αν και έχουν περάσει 40 χρόνια! Ήταν, βεβαίως, η απαρχή της κόντρας μεταξύ των δύο προσφυγικών σωματείων αλλά και η αφετηρία της κόντρας Θεσσαλονίκης – Αθήνας σε γενικότερο επίπεδο…
«Κοίταξε… Σε κάποιες στιγμές οι φίλαθλοι θέλουν να χρησιμοποιούν το γεγονός» υποστηρίζει ο Κούδας. «Έτσι μιλούν π.χ. για αρπαγή ενώ δεν ήταν αρπαγή. Ήταν δικό μου το λάθος διότι ενώ δεν υπήρχε περίπτωση μεταγραφής σηκώθηκα και πήγα στον Πειραιά. Όσο για την κόντρα, ε, δεν είναι δυνατόν να δέρνονται ακόμα για εκείνο το γεγονός!»

Οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για οικονομικό όφελος του Κούδα, για «αθλητικό πραξικόπημα», για παρέμβαση της Χούντας ώστε να γυρίσετε στον ΠΑΟΚ…
Όχι, όχι. Για πολλά μπορούμε να κατηγορήσουμε τη Χούντα αλλά μόνος μου πήγα και μόνος μου γύρισα. Κι επειδή προέρχομαι από μια οικογένεια λαϊκή, φτωχή και αριστερή, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι παντού υπάρχουν οι σωστοί άνθρωποι. Ένας τέτοιος υπήρξε κάποιος ονόματι Παπαποστόλου, άνθρωπος της Χούντας που ήταν κυβερνητικός εκπρόσωπος στον Ολυμπιακό, ο οποίος γύρισε και μου είπε κάποια στιγμή: «Δεν πρόκειται να παίξεις στον Ολυμπιακό ενώ ανήκεις στον ΠΑΟΚ. Δεν μπορεί να γίνει πραξικόπημα. Φύγε και πάνε στον ΠΑΟΚ γιατί εγώ θέλω να σε βλέπω να παίζεις μπάλα»!

Ήσασταν μόλις 20 χρόνων αλλά διαβάζω σε εφημερίδα της εποχής να δηλώνετε (σε συνέντευξη στον Νικήτα Γαβαλά) για σας και την οικογένειά σας «Είμαστε Ολυμπιακοί και θα πεθάνουμε Ολυμπιακοί»…
Πως μπορεί να είσαι Ολυμπιακός ενώ έχεις γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη κι έχεις πάει 11,5 χρονών στον ΠΑΟΚ; Μπορεί να θαυμάζεις κάτι, όπως την ομάδα που διέθετε τότε ο Ολυμπιακός, αλλά δεν μπορείς να είσαι Ολυμπιακός. Αυτά είναι παιχνίδια των δημοσιογράφων και της τότε κατάστασης…

Η «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» ΤΟΥ ΠΑΟΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ
Η επιστροφή του Γιώργου Κούδα από το Μεγάλο Λιμάνι στον Θερμαϊκό, την πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου του 1968, δεν συνοδεύτηκε από έκτροπα. Η μεταγραφή στον Ολυμπιακό που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε αποτέλεσε και τη «Αγία Λαύρα» για την επανάσταση που ακολούθησε. Ο φίλος του και παλαίμαχος ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ Κούλης Αποστολίδης δήλωσε πρόσφατα ότι «μπορεί ο Γιώργος Κούδας να μην ήταν ο Κένεντι ή ο Κάστρο που άλλαξαν την παγκόσμια ιστορία, αλλά σίγουρα κατάφερε να αλλάξει το ελληνικό ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι εκείνης της εποχής».
«Ο στόχος τέθηκε μετά την περιπέτεια του ’66, ύστερα από ενάμιση χρόνο έξω από την ενεργό δράση. Όταν ξαναγύρισα στον ΠΑΟΚ είπα ότι είναι ώρα να αλλάξουμε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου».
Από το 1963 και μέχρι το 1966, οπότε έγινε η ιστορία με τον Ολυμπιακό, ο ΠΑΟΚ βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ο Κούδας και η παρέα του πέρασαν το μήνυμα ότι «μπορούμε να τα καταφέρουμε, παρά την κυριαρχία του ΠΟΚ και τις άδικες διαιτησίες. Το 1970 φέραμε με τον Άρη τον πρώτο τελικό στο Καυταντζόγλειο, ο ΠΑΟΚ έγινε πρώτη ομάδα μέχρι το 1978, πήραμε κύπελλα και πρωταθλήματα, ο Ηρακλής και ο Άρης πήραν κύπελλο αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι η περιφέρεια έβγαλε ομάδες: την Καστοριά, τα Γιάννενα, τη Δόξα Δράμας, τον Πανσερραϊκό, την Καβάλα, τη Βέροια, τον Πιερικό. Αυτό ήταν για μένα η αληθινή επανάσταση».

Ωστόσο, υπάρχει η αίσθηση ότι ξαναγύρισαν η κυριαρχία του ΠΟΚ και οι ομάδες της περιφέρειας δυσκολεύονται. «Κι εμείς όταν δημιουργούσαμε την καινούρια ομάδα, μέχρι το ’68-’69, ψάχναμε να βρούμε δικαιολογίες για τις ήττες μας. Όταν κάποια στιγμή μάζευα τους συμπαίκτες μου στα αποδυτήρια και τους έβγαζα όλους αφήνοντας μέσα μόνο τον αγαπημένο μου Νικηφόρο Τσαρπανά, τον φροντιστή μας, τους έλεγα: «Θα μας… μπιπ, αλλά εμείς θα παλεύουμε μέχρι το τελευταίο λεπτό, θα παλεύουμε με τη διαιτησία, θα παλεύουμε με τους αντιπάλους που μας παίζουν σκληρά, θα παλεύαμε με το κατεστημένο. Αλλιώς δεν γίνεται». Αν πεις μοιρολατρικά ότι «εντάξει, χάσαμε γιατί μας αδίκησαν», δεν γίνεται. Και έβλεπες ότι είτε εντός είτε εκτός έδρας παίζαμε, είχαμε αυτήν τη νοοτροπία και κατορθώσαμε το θαύμα!»

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΗΠΕΔΑ
«Μικρός έπαιζα μπάλα, δούλευα και πήγαινα νυχτερινό σχολείο. Μου ‘λεγε ο πατέρας μου ‘‘τρία καρπούζια σε δυο μασχάλες δεν χωράνε’’». Ο Κούδας όμως επέμεινε και κέρδισε. Οι διαφωνίες κάποτε είχαν και ιδεολογικό περιεχόμενο. Ο Γιωργάκης που μεγάλωσε σε αριστερό περιβάλλον στα 15 του άρχισε τα ταξίδια με την ομάδα. «Όταν πήγαινα Βουλγαρία, Ρουμανία, Σοβιετική Ένωση έβλεπα κάποια πράγματα, ενώ είχα γαλουχηθεί με κάποιες ιδέες. Του έλεγα ‘‘είναι δυνατόν πατέρα να στέκονται οι άνθρωποι στη γραμμή για μια ασπιρίνη ή ένα ψωμί, 20 χρόνια μετά τον πόλεμο;’’. Δίναμε μια τσίχλα ή ένα καλσόν και κάνανε σαν τρελοί, ή βγάζαμε ένα ρούχο μας και τους το δίναμε γιατί το ‘χαν ανάγκη… Μου απαντούσε, λοιπόν, ο πατέρας μου ότι ‘‘ξέρεις, παιδί μου, πάνω από την ιδεολογία είναι ο παράγοντας άνθρωπος’’».
Εκτός από μπάλα ο Κούδας δούλευε από μικρό παιδί. Δούλεψε στο ξενοδοχείο Νεφέλη μέχρι το 1966. Το 1966 όταν εγκατέλειψε τον ΠΑΟΚ για να εγκατασταθεί στο Πασαλιμάνι, ήταν μόλις είκοσι χρόνων. Γνωρίστηκε με τη δεκαεννιάχρονη χορεύτρια και εκκολαπτόμενη τραγουδίστρια Μαρία Μπόνου ή Μαρί Μπονέ, όπως ήταν το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο. Το 1968 παντρεύτηκαν στη Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης με κουμπάρο τον τότε πρόεδρο του ΠΑΟΚ Γιώργο Παντελάκη. Ο γάμος διαλύθηκε το 1976 «λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων».
Το 1972 έκανε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στη Βασιλίσσης Όλγας με τον Σαρακάκη και τους αδελφούς Κουλούρη. «Διαφωνήσαμε, όμως, σε κάποια πράγματα με τον συνεταίρο και συμπαίκτη μου Αρίσταρχο Φουντουκίδη κι έτσι το 1975 έφυγα κι άνοιξα μόνος μου ένα σούπερ μάρκετ. Θυμάμαι είχα προτείνει στους συμπαίκτες μου να το ανοίξουμε από κοινού αλλά δεν συμφωνήσαμε. Το 1979 το έκλεισα».
Εκείνα τα χρόνια ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ιδρύει το κόμμα των Φιλελευθέρων και οι σειρήνες καλούν τον Κούδα στο τεραίν της πολιτικής. «Αντιπρόεδρός μας στον ΠΑΟΚ ήταν ο Γιώργος Μαμιδάκης, πολύ φίλος του Μητσοτάκη. Του απάντησα ‘‘εγώ με την πολιτική ποτέ!’’. Ακόμη και σήμερα που μιλάμε, ο φίλος μου ο Γιώργος Λιάνης μου τηλεφωνεί συχνά…»
Το 1980 ο Μανώλης Ρασούλης εμπνέεται το τραγούδι «Πότε Βούδας, πότε Κούδας» που με τη φωνή του Νίκου Παπάζογλου γίνεται μια επιτυχία διαχρονική. «Τον Ρασούλη τον γνώρισα το 1980, αφού είχε ήδη γράψει το τραγούδι. Μου λέει ‘‘εγώ είμαι ΟΦΗ αλλά πήγαινα στο γήπεδο και σε παρακολουθούσα’’. Παρακολουθούσε εμένα μες στο γήπεδο, τις εκδηλώσεις του κόσμου και του ήρθε έμπνευση».
Το 1982 παντρεύεται τη σύζυγό του Μαρίζα Ευστρατίου. Το 1986 ο Γιώργος Κούδας ανοίγει τη βιοτεχνία ενδυμάτων Scherzo με τα διακριτικά “GK”, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. «Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια μαθητείας κοντά στον Τάκη Πανελούδη και συμβουλές από τους Θωμά Βουλινό και Στέφανο Κατέρογλου. Είναι δύσκολο να περάσεις από το πετσί στο πανί» υποστηρίζει δίνοντας και το στίγμα ενός χαρακτήρα που δεν άφηνε τίποτε στην τύχη του.

Τι σημαίνει ο ΠΑΟΚ σήμερα για τον Γιώργο Κούδα; Είναι ένα πάθος, ένα συμφέρον, ένας ομφάλιος λώρος;
Είναι ένας ομφάλιος λώρος. Όταν από τα 62 μου χρόνια τα 50 τα έχω περάσει με τον ΠΑΟΚ τι άλλο μπορεί να είναι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου