Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

52 χρόνια μετά: Η συγκλονιστική μαρτυρία του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα της μάχης του Μαχαιρά

Η συνέντευξη δόθηκε στον Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο τον Μάρτιο του 2007 για μεγάλη εφημερίδα της Αθήνας αλλά δεν δημοσιεύθηκε ποτέ...

«Νοιώθω ικανοποιημένος που ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο και έπραξα το καθήκον μου έναντι στη μάμα πατρίδα, έδωσα το είναι μου. Χτυπήσαμε την πόρτα της αθανασίας μαζί με τον Αυξεντίου. Άνοιξε μόνο γι’ αυτόν. Ίσως να μην ήμουνα έτοιμος να μπω στην αθανασία». Αυτός είναι ο από καρδιάς επίλογος μιας κουβέντας με έναν από τους ελάχιστους ζωντανούς ήρωες του Ελληνισμού, τον αγωνιστή της ΕΟΚΑ Αυγουστή Ευσταθίου. Τον συναντήσαμε στη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Θεσσαλονίκη.
Μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της θυσίας του Αυξεντίου, στις 3 Μαρτίου 1957 στην περίφημη μάχη του Μαχαιρά κόντρα στους Άγγλους, μεταφέρει στις νέες γενιές με κάθε λεπτομέρεια την συγκλονιστική εμπειρία που έζησε. Πριν από τρεις ημέρες, φεύγοντας από ένα σχολείο, «δύο μικρά κοριτσάκια με ακολουθούσαν συνεχώς. Κόντευα να βγω από το προαύλιο του σχολείου και γύρισα και τα κοίταξα περίεργα. «Τι θέλετε;» ρωτάω. Μου λένε ντροπαλά «Κύριε Αυγουστή, θέλουμε να σας φιλήσουμε»! Με φίλησαν και έφυγαν χορεύοντας!» λέει συγκινημένος για τις αντιδράσεις των μαθητών. «Έχω μαθητές που είναι 40 χρονών σήμερα και μου λένε ‘‘όταν ήρθατε εις το σχολείον μου ήμουνα 4η τάξη δημοτικού και όσα είπατε ακόμη τα θυμάμαι’’. Δεν βρήκα κάποια αλλαγή στη στάση των παιδιών. Σε ορισμένους δασκάλους διακρίνω κάποια επιφύλαξη, είναι πιο συγκρατημένοι. Νομίζω ότι φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν από την κυβέρνηση» λέει με πίκρα γιατί ο αγώνας του Αυξεντίου και των συναγωνιστών του έμεινε αδικαίωτος. «Εμείς οι αγωνιστές έχουμε ως θέση ότι αγωνιστήκαμε για την Ένωση με την Ελλάδα. Παραμένω σ’ αυτήν τη θέση. Είμαι από τους αγωνιστές οι οποίοι έχουν πικραθεί γιατί δεν πραγματοποιήθηκε το ιδανικό για το οποίο οι ήρωές μας θυσιάστηκαν: Ένωση της Κύπρου με τη μάνα Ελλάδα».
Ο κ. Αυγουστής καταγγέλλει «πολυθρονοπόδαρους» και καρεκλοκένταυρους. Σήμερα ένα τέτοιο αίτημα «θα το πολεμήσουν στην Κύπρο, βουλευτές, υπουργοί, πρόεδροι συμβουλίων, αρχηγοί Αστυνομίας και Στρατού, όλοι αυτοί που καβαλίκεψαν το καλάμι της εξουσίας. Αν ο μοι γένοιτο η Τουρκία άφηνε μόνο ένα βράχο της Κύπρου, και τον αποκαλούσαν δημοκρατία θα ήταν ευτυχισμένοι όλοι αυτοί οι οφιτσιάληδες».
Εξαιρεί μερικώς τον αείμνηστο Τ. Παπαδόπουλο γιατί «πολέμησε για κάτι καλύτερο απ’ ό,τι το Σχέδιο Ανάν».
Χαρακτηρίζει ως λύσεις όχι ιδανικών αλλά συμφερόντων αυτές που αναζητούνται από τους πολιτικούς. «Είναι λυπηρό», τονίζει, «γιατί έχει εξαφανισθεί από παντού η λέξη Κατοχή και κατοχικά στρατεύματα. Μιλούνε μόνο για διακοινοτική παρεξήγηση. Έκανε μια εισβολή η Τουρκία και έχει 40.000 στρατό εδώ και παύουν να μιλούν για εισβολή και κατοχή; Προς Θεού…»
Σκεφτήκατε ποτέ να φύγετε από την Κύπρο;
Είμαι τόσο δεμένος με την Κύπρο που δεν το σκέφτομαι. Φεύγω λίγες μέρες από την Κύπρο και δεν αισθάνομαι καλά…


ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι!


Ο Αυγουστής έζησε πλάι στον Αυξεντίου από τον Δεκέμβριο ‘55 μέχρι τον Μάρτη ’57. «Ήταν άνθρωπος. Ήταν ποιητής. Του άρεσε να απαγγέλλει ποιήματα. Να φαντασθείτε ότι απάγγειλε τον ‘‘Δωδεκάλογο του Γύφτου’’ του Παλαμά όταν ενθουσιαζόταν. Ήταν αγνότατος, ήταν πάντοτε ηρωικά σκεπτόμενος. Δεν μπορώ να απαντήσω αν μπορούσε ποτέ να αποχαυνωθεί. Ούτε θέλω να το πιστέψω, ούτε ήταν δυνατόν. Ήταν ένας πραγματικά προικισμένος άνθρωπος, ηγήτορας στον Αγώνα και πολύ άνθρωπος με τους συναγωνιστές».
«Εκείνο που μετράμε στον Αυξεντίου είναι ότι μέχρι τότε οι περισσότεροι αντάρτες που ήταν στα βουνά παραδίδονταν όταν τους ανάγκαζαν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν το μεγάλο παράπονο του Αυξεντίου. Και είπε ‘‘έμαθα τους συναγωνιστές μου πώς να πολεμούν. Είναι καιρός να τους μάθω και πώς να πεθαίνουν’’. Και με τον θάνατό του πράγματι άρχισε συναγωνισμός μεταξύ των ανταρτών ποιος θα ξεπεράσει τον Αυξεντίου. Και είχαμε τον Πετράκη Κυπριανού, ένα παιδάκι με κυνηγετικό όπλο που 17 χρονών τον κάλεσαν να παραδοθεί κι εκείνος αντιστάθηκε με τα φυσίγγια που είχε μαζί του» μας λέει.
Ενταγμένος στην ΕΟΚΑ από το 1955, υπαρχηγός του Διγενή, ο οδηγός ταξί από τη Λύση -το χωριό του κεφιού και του τραγουδιού- ο Γρηγόρης Αυξεντίου επικηρυγμένος καταφεύγει στα βουνά του Πενταδάκτυλου. Ο «Ζήδρος» ή «Ρήγας» ή «Αίαντας» ή «Άρης» ή «Ζώτος» που έφυγε ως «Μάστρος» του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα, ξημερώνεται την 3η Μαρτίου 1957 προδομένος στο κρησφύγετό του στην περιοχή κοντά στην Ιερά Μονή Μαχαιρά. Οι Άγγλοι καλούν τους αντάρτες να βγουν έξω. Ο Αυξεντίου διατάζει τους συναγωνιστές του να βγουν έξω. Στην ομάδα του ήταν οι Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης. «Εγώ θα πολεμήσω και θα πεθάνω. Πρέπει να πεθάνω» επαναλαμβάνει. Ο Άγγλος δεκανέας Μαράιν πλησιάζει στην είσοδο και τον καλεί να παραδοθεί. Μια ριπή ακούγεται και ο Άγγλος πέφτει νεκρός. Μια χειροβομβίδα πέφτει στο κρησφύγετο. Ο Αυγουστής Ευσταθίου γυρίζει στους Άγγλους και λέει: «Αφού τον σκοτώσατε τι φωνάζετε;» Τότε ένας Άγγλος τον σπρώχνει μέσα για να βγάλει το νεκρό Αυξεντίου. Ο Αυγουστής μπαίνει μέσα και φωνάζει στα αγγλικά: «Ελάτε, τώρα είμαστε δυο!». Ακολουθεί σφοδρή μάχη. Οι δυο μαχητές ρίχνουν τη μοναδική καπνογόνο χειροβομβίδα ώστε με την κάλυψη του Αυγουστή να γίνει η έξοδος. Όμως, το αυτόματο του Αυγουστή δεν λειτούργησε. Ακολούθησαν οκτώ ολόκληρες ώρες μάχης. Περί τα 2 το μεσημέρι, οι Άγγλοι αποφασίζουν να τους κάψουν ζωντανούς και περιλούζουν το κρησφύγετο με βενζίνη.
«Ένα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο, γρήγορα δε η μυρωδιά της βενζίνης μας αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας. Είναι βενζίνα Μάστρε μου», του είπα. «Θα μας κάψουν ζωντανούς. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι. Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός. Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου. Ο Αυξεντίου βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού. Στην απελπιστική εκείνη στιγμή η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύψος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση. «Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι! Ο σπόρος που σπείραμε, Αυγουστή, βλάστησε. Άναψε και φούντωσε η φλόγα στις καρδιές των Ελλήνων. Τίποτε δεν μπορεί πια να τη σβήσει. Η λευτεριά θ’ ανατείλει όπου νάναι, και ο θάνατός μας θα τη φουντώσει ακόμη περισσότερο».
Μέσα σε κόλαση φωτιάς, ο Αυγουστής κατορθώνει να βγει σώος. Τον ανακαλύπτουν οι Άγγλοι και τον στέλνουν ξανά μέσα να τους φέρει τον Αυξεντίου. «Μόλις μπήκα μέσα» αφηγείται στο «ΕτΚ», «είδα τον Γρηγόρη Αυξεντίου νεκρό, ξαπλωμένο ανάσκελα. Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω είχε γίνει κάρβουνο. Το άλλο σώμα καιγόταν. Ήταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα. Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω. Δεν με πίστευαν όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός. Ήταν αδύνατο να παραδεχτούν πως πέθανε. Για να πεισθούν πως είναι νεκρός αφαίρεσαν μια μεγάλη πέτρα από το στόμιο του κρησφύγετου οπότε φάνηκε ο Αυξεντίου νεκρός».
Οι Άγγλοι αποικιοκράτες με το φόβο των λαϊκών εκδηλώσεων, δεν παρέδωσαν το άψυχο κορμί του Αυξεντίου στους γονείς του να τον θάψουν, αλλά τον έθαψαν κρυφά στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας. Το γεγονός προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σ’ όλο τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου