Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Πολιτική για τον πολιτισμό

Διάβασα το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του συναδέλφου Τάσου Ρέτζιου (ενός από τους τελευταίους μάχιμους έντυπους αρθρογράφους για τα θεσμικά του πολιτισμού της Θεσσαλονίκης) στον κυριακάτικο Αγγελιοφόρο (20-4-2008) με τίτλο «Η μέθοδος του στρίβειν».
Απλώς θέλω να προσθέσω σκέψεις –ίσως παραδείγματα. Διότι σε μια συγκυρία που όλα φαίνονται να δουλεύουν ρολόι, υπάρχουν κάποιοι που κάνουν ρεπορτάζ, που ψάχνουν και διαμορφώνουν άποψη. Και το σημαντικότερο; Τη λένε (ή τη γράφουν –ακόμη πιο σημαντικό).
Πολλοί αρέσκονται να μιλάνε για τον πολιτισμό της πολιτικής, κανείς όμως για την πολιτική του πολιτισμού. Κι όμως, αυτή είναι η βάση, το θεμέλιο ανάπτυξης, ακόμη κι αν μιλήσουμε αμιγώς για καλλιτεχνική δημιουργία. Εκτός κι αν κάποιος ισχυριστεί ότι δεν έχει καμία σημασία αν πουλήσει ένα καλό βιβλίο, αν δει κόσμος μια καλή παράσταση, αν ενδιαφερθούν φιλότεχνοι για μια έκθεση ζωγραφικής. Όποιος το ισχυριστεί, δεν έχει δικαίωμα να κρίνει παρά μόνο τα του καβουκιού του.
Αν ένα πράγμα, λοιπόν, χαρακτηρίζει το ΥΠΠΟ επί Νέας Δημοκρατίας αυτό είναι το ότι έχουμε ακούσει ιδέες που θα μπορούσαν να εκληφθούν καλόπιστα και ως υποψία σχεδίου πολιτικής αλλά έμειναν στα έργα.
Όταν π.χ. ο τότε υφυπουργός και νυν διαμαρτυρόμενος Πέτρος Τατούλης μιλούσε για το τέλος του «κρατικοδίαιτου πολιτισμού», αποδείχθηκε ότι πετούσε ένα πυροτέχνημα και καμία πολιτική δεν εξέφραζε. Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα είχε θεσπίσει ήδη την μετάβαση από το παλαιό status στο νέο, π.χ. θα υποχρέωνε νομοθετικά κάθε κρατικό οργανισμό να διαθέτει επανδρωμένο τμήμα χορηγιών και μάρκετινγκ και δεν θα έστελνε ξαφνικά τους καλλιτεχνικούς διευθυντές επαίτες σε καφέ και μπαράκια για να εκδώσουν τα προγραμματάκια τους.
Όταν ο τότε γενικός γραμματέας Χρήστος Ζαχόπουλος μιλούσε για πλέγμα δημιουργίας θεσμών στη Θεσσαλονίκη ως αντίβαρο στην ήδη αναπτυγμένη Κωνσταντινούπολη και το αναπτυσσόμενο Βελιγράδι, αποδείχθηκε ότι αναφερόταν στο προσωπικό του όραμα και όχι σε μια πολιτική για τον πολιτισμό. Αν συνέβαινε το αντίθετο, δεν θα «έπνιγε» τον μοναδικό διεθνή όντως θεσμό με ενδεκαετή τότε ζωή, τη «Θεατρική Άνοιξη», ούτε θα ακύρωνε πραξικοπηματικά τις ισχύουσες προγραμματικές συμβάσεις και έτερον ουδέν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο νόμος για τον κινηματογράφο αναμένεται από τον Σεπτέμβριο του 2004, ωστόσο έχει συζητηθεί από Τατούλη, Βουλγαράκη και ακόμη συζητιέται. Γενικότερα οι νομοθετικές παρεμβάσεις αργούν, δεν συνιστούν τομές και η μεταρρύθμιση στον πολιτισμό δεν φαίνεται στον ορίζοντα (ίσως γιατί δεν μπορούν να πουλήσουν το 51% του πολιτισμού…).
Αναλόγως, λοιπόν, και η τροπολογία που δειλά δειλά βλέπει το φως της δημοσιότητας (ελάχιστοι την πήραν χαμπάρι, ακόμη λιγότεροι την αντιλήφθηκαν) και θέλει τον καλλιτεχνικό προγραμματισμό να περνά από την έγκριση των διοικητικών συμβουλίων. Προφανώς, ορισμένοι εκτιμούν ότι με τον τρόπο αυτό ο πλήρως ελεγχόμενος πρόεδρος θα μπορεί να ελέγξει τον ατίθασο καλλιτέχνη που κατέχει τη θέση του διευθυντή, ώστε να μην ξεφύγει στα οικονομικά. Υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε κανείς να επιχειρηματολογήσει για τα υπέρ και τα κατά. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι καμία πολιτική δεν εκφράζει ούτε προτίθεται να υλοποιήσει μια τέτοια αλλαγή, η ομηρία δηλαδή του καλλιτεχνικού διευθυντή από το διοικητικό συμβούλιο. Αν υπάρχει πρόβλημα στα οικονομικά, αυτό δεν λύνεται με κανενός είδους ομηρίες. Λύνεται με το βλέμμα στο διεθνές στερέωμα και στο πρότυπο του εξωτερικού. Δηλαδή με τη θεσμοθέτηση καλλιτεχνικών μάνατζερ για τη θέση των διευθυντών, ανθρώπων που γνωρίζουν να κρατούν το μέτρο μεταξύ των οικονομικών και της υπό κρατική ομπρέλα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτό θα συνιστούσε πολιτική για τον πολιτισμό, έστω με συμφωνούντες και διαφωνούντες.
22Απρ2008
FOTO: Νίκος Γκότσης στη Photobienalle του Μουσείου Φωτογραφίας, «Εκκένωση», AAS Gallery (Ερμού 59), 15/04-17/05

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου